Home / POINT OF U / Editors' view / Οι απόντες των Χριστουγέννων – Δημήτρης Τσολάκης

Οι απόντες των Χριστουγέννων – Δημήτρης Τσολάκης

katerina-gogou-1456568406

Ναρκωμένες νιφάδες κατέβαιναν από τον ουρανό, γίνονταν συννυφάδες και άγγιζαν απαλά τους κεντρικούς δρόμους της πόλης, τούτη τη νύχτα. Τις έβλεπε και γελούσε.

Πέντε βλαμμένες καρδερίνες ξεχάστηκαν από το απογευματινό τους παιχνίδι στα δέντρα και τώρα, που πήρε να σκοτεινιάζει, πετούσαν εδώ και εκεί απροσανατόλιστες και φανερά τρομαγμένες. Τις έβλεπε και γελούσε.

Άνθρωποι και απάνθρωποι έσπευδαν, φανερά αγχωμένοι, να προλάβουν τις τελευταίες ώρες λειτουργίας των λαμπρών καταστημάτων. Τους έβλεπε και γελούσε.

Αυριο, θα ξημέρωναν Χριστούγεννα. Μοναδική της παρέα σ’ αυτό το παγωμένο πεζοδρόμιο, η απαράμιλλη μοναξιά της. Την έβλεπε και γελούσε.

Ένα κοριτσάκι την παρατηρεί που χαμογελά κοιτώντας το άπειρο, την πλησιάζει και της προσφέρει ένα μελομακάρονο. «Καλά Χριστούγεννα».

Περιεργάζεται το μελομακάρονο, το μυρίζει, το ζουλάει και τελικά το δαγκώνει. Μέλι, καρύδια και ψίχουλα αναμνήσεων λιώνουν αργά και μελωδικά στο στόμα της. «Τρίγωνα κάλαντα μες την γειτονιά», φωνές απόμακρες-μικρών παιδιών-τότε που ήταν παιδί και η ίδια, κεριά, λαμπάκια, στολίδια, το δέντρο και κόσμος. Πολύς κόσμος και γέλιο πολύ. Και μετά η μελαγχολία, το κενό, τα ναρκωτικά.

«Μαστούρι», η μητέρα της.
«Ρεμάλι», ο πατέρας της.
«Να φύγεις από το σπίτι μας» και οι δύο μαζί.
Ξαφνικά εκσφενδονίζει μακριά το μελομακάρονο και μαζί με αυτό σκορπάει και το παρελθόν, που εισέβαλε τόσο βίαια στο μυαλό της. Τι ήθελε και θυμόταν, πάνε χρόνια. «Η αναρχία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, τώρα για τη σωτηρία, ας τα πουν εκείνοι που το κατάφεραν, εγώ δεν είμαι η αρμόδια» σκέφτηκε.


Ξεκουμπώνει το λιγδιασμένο της παλτό και βγάζει από μέσα ό,τι μπόρεσε να περισώσει κατά την φυγή της, τότε πριν χρόνια και που το κουβαλούσε ακόμα και τώρα μαζί της, δίπλα της, μέσα της. Ενα μικρό μαύρο βιβλιαράκι, τους «Απόντες» της Κατερίνας Γώγου.
Γυρίζει στην σελίδα 29,το αγαπημένο της σημείο.
‘‘Σε λίγο αν κοιτάξεις λυπημένος το βράδυ στον ουρανό ψηλά θα ’μαι ένα χαζό παιδικό άστρο που όλο θα πέφτω’’

Δεν μπορεί να διαβάσει άλλο, τα δάκρυα δεν της το επιτρέπουν. Κλείνει το βιβλίο, το αγκαλιάζει και ξεσπάει σε κλάματα. Κρύο και αλμύρα στο πρόσωπο της και θλίψη παντού γύρω της.
«Α ρε Κατερινάκι, εσύ και γώ, μόνες, μαστούρα, ρεμάλια και απόντες. Απόντες της ζωής. Απόντες που τους ξέβρασε η ζωή. Απόντες που τους ξέβρασε η ζωή κάποια Χριστούγεννα. Απόντες των Χριστουγέννων.»

Την ίδια ώρα μια μωβ γυάλινη μπάλα, πέφτει από το δέντρο στο σπίτι των γονιών της και σπάει. Γεμίζει ο τόπος χρυσόσκονη, η οποία απλώνεται ρυθμικά στο πάτωμα και στροβιλίζεται σχηματίζοντας μια και μοναδική λέξη, τη λέξη που τόσα χρόνια έλλειπε.
Α-Γ-Α-Π-Η

Comments

comments

About Δημήτρης Τσολάκης

Γεννήθηκα στην Έδεσσα αρχές του 95. Εργάζομαι από τριών χρονων. Δυσκολο επάγγελμα να είσαι βιβλιοφάγος. Διαβάζεις τα βιβλία ίσια και τον κόσμο ανάποδα, προσπαθώντας μάταια όλη σου τη ζωή να τον φέρεις τούμπα. Προσωρινά σπουδάζω ιστορία στα Ιωάννινα και γράφω μανιωδώς. Eπιβιώνω πίνοντας και ξεχνώντας.