Home / LIFE / THE COCK: Κοκάδικα Χριστούγεννα – Επεισόδιον 2ον: Τα ψώνια των Χριστουγέννων

THE COCK: Κοκάδικα Χριστούγεννα – Επεισόδιον 2ον: Τα ψώνια των Χριστουγέννων

H παραμονή των Χριστουγέννωνε ξεκίνησε βάρβαρα να ‘ούμε…
«Σήκω ρε άχρηστε… Παραμονή Χριστουγέννων ξημερώνει… Σήκω ρε να πας να κάνεις ψώνια για τον Χριστουγεννιάτικο τραπέζι ρε! Σήκω!» και μου τράβαγε τα σεντόνια να ‘ούμε…
«Ωχουούουυυ… μωρή γυναίκα… Ποιο τραπέζι μωρέ…»
«Το τραπέζι που χρωστάμε στα αδέρφια μου ρε άχρηστε! Γιατί όταν πας εσύ και σε «καλάνε» και χλαπακιαζεις σα γουρούνι… Και κατεβάζεις τα ψητά σα βόδι… ε κάποια στιγμή πρέπει να τους καλέσουμε και εμείς αυτούς τους ανθρώπους, να ανταποδώσουμε!»
«Και τι…; Τους κάλεσες; Πωωωωω ρε τραγωδία… Και πότε θα έρθουν όλοι αυτοί…;»
«Σήμερα το βράδυ! Για ρεβεγιόν… ΣΗΚΩ ΠΑΝΩ ΡΕ ΜΟΥΛΑΡΙ!» με λέει…
Και μου ρίχνει μια κλωτσιά και πέφτω να ‘ούμε, από την άλλη πλευρά του κρεβατιού να ‘ούμε με τις κουβέρτες και τα μαξιλάρια να ‘ούμε. Και μου πετάει και τη λίστα στα μούτρα να ‘ούμε… Κυλιόμουνα στο πάτωμα για να τη βρω…
«Αυτή είναι η λίστα ρε ξεφτίλα… Πήγαινε τώρα στην αγορά. Τελευταία μέρα είναι σήμερα… Να προλάβεις, να τα φέρεις νωρίς, να μαγειρέψω για το βράδυ! Μπρος!»
«Πω ρε Παναγίτσα μ΄… Ούτε μία Κυριακή λίγο παραπάνω να κοιμηθούμε να ‘ούμε…»
Κοιτάω τη λίστα και μου έρχεται νταμπλας να ‘ούμε! Ένα μακρυνάρι, τόσο μετά συγχωρήσεως να ‘ούμε. Και που να της πω ότι το δώρο έμεινε μισό… Από τα 750 δώρο είχα μείνει με 302 να ‘ούμε…
Ντακς να ‘ούμε… Είχα μελετήσει πολύ να ‘ούμε και ήθελα κι εγώ να περάσω ωραία Χριστούγεννα με την οικογένεια να ‘ούμε. Δε «το δικαιάμε» κι εγώ να ‘ούμε…; Τόσο διάβασμα έριξα στο στοίχημα να ‘ούμε… Είδα εκείνο το οβεράκι να ‘ούμε, στο 2.35 να ‘ούμε και λέω, να βάλω «350 ευρούκια» να πάρω μια «700 πλας να ‘ούμε» και οι φούστηδες το πήγαν 1-1 μέχρι το 97 να ‘ούμε… Τραγωδία να ‘ούμε… Άντε τώρα να της το πεις…
Άρχισα να διαβάζω τη λίστα και κουράστηκα να ‘ούμε… Και θα έρθουν όλοι αυτοί οι καννίβαλοι να μου φάνε το φαγητό να ‘ούμε… Βρε ουστ να ‘ούμε… Αλλά έχε χάρη που είναι τα αδέρφια της κυρά Ευθαλίας και δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.
Έπρεπε να βρω όμως λύση να ‘ούμε αλλιώς θα έμενα ταπί μέχρι πρωτοχρονιά να ‘ούμε… Και έρχονται κι άλλαι υποχρεώσεις να ‘ούμε…
Παίρνω ένα «κομπουτερακι» να ‘ούμε απο αυτά τα ηλιακά να ‘ούμε και μπαίνω πρώτα στον «ΦΛΑΒΕΝΙΤΗ»… Αρχίζω και ψάχνω τα ράφια ένα ένα και γράφω τιμές. Στου «ΦΛΑΒΕΝΙΤΗ» η λίστα με τα ψώνια έβγαλε σούμα 287,37 να ‘ούμε. Και πάω μετά και στο άλλο απέναντι στου «ΜΠΙΛΟΠΟΥΛΟΥ» και η ίδια λίστα βγήκε στα 301 να ‘ούμε.
Τραγωδία! Κι αυτή η κάργια να ‘ούμε μου ‘βαλε 2 γαλοπούλες να ‘ούμε… Ποιος θα τις φάει 2 γαλοπούλες να ‘ούμε… Και 5 κιλά κιμά και 20 μπριζόλες… Και αλεύρια, σιμιγδάλια και αμύγδαλα για γλυκά να ‘ούμε… Εμ βέβαια… Αμολάγανε παιδιά τότε τα αδέρφια της να ‘ούμε… Αβέρτα κουβέρτα… Και τώρα μας κουβάληθηκαν Χριστουγεννιάτικα και να τους ταίσουμε να ‘ούμε… Πω ρε δυστηχία μου να ‘ούμε…
Είχα καθίσει σ΄ένα παγκάκι κι έκλαιγα τη μοίρα μου να ‘ούμε… Είχα απελπιστεί! Πως θα τη βγάλω φτηνα. Κοίταγα τη λίστα ξανά και ξανά και προσπαθούσα να δω τι θα κόψω να ‘ούμε και δε θα το καταλάβει να ‘ούμε.
Ξάφνου έρχεται δίπλα μου ένας μ’ ένα τρύπιο παλτό. Σα ζητιάνος και γύφτος φάνηκε να ‘ούμε.
«Τε βλέπω ρε πατριώτη τότση ώρα και λέω… Τα έχει απελπιστεί ατό το άντρωπο… Μήπω ψάχνει για φτηνό σούπρα μάρκετ;»
«Άνθρωπε μου… Στον ουρανό σε έψαχνα και στη γη σε βρήκα να ‘ούμε… Ναι! Ναι ψάχνω άνθρωπε μου. Πες μου που να πάω να ‘ούμε;»
«Άκου… Καλό άντρωπο είσαι και θα σε βοηντήσω… Το ξέρει το μπακάλικο του Γκιόργκι του Ντιμιτρόφσκι απο Βουλγαρία.. .Κάτω Εμπριπίδου… Στο Ομόνοια…»
«Όχι ρε άνθρωπε μου. Που να το ξέρω…»
«Άκου… τα σε πάω εγώ… Πρώτη «πιότητα»… Ατό το άντρωπο έχει φάρμα Μπουλγκαρία και κατεβάζει αρνιά, μοσκάρια, κοτόπουλο τα πάντα. Και έχει τα πάντα σε μισή τιμή… Βούτυρα, τυριά, τα πάντα… Μισή τιμή σου λέω…»
«Δηλαδή ρε πατριώτη γι’ αυτή τη λίστα εδώ πόσα θα μου πάρει ο Γκιόργκι να ‘ούμε…;»
«Μισό λεπτό άντρωπο… Μισό λεπτό» με λέει και βγάζει κι αυτός ένα κομπιουτεράκι και πάταγε κάτι κουμπιά και μετά λέει…
«Κοίτα… Γκια σένα μόνο… Όλο αφτό το λίστα… Και άμα μπαριέσαι, με ντίνεις κι ένα δεκάρικο, και στα φέρνω όλα το πίτι σου με 180 ευρώ»
«Τι είπες άγγελε μου να ‘ούμε… Μόνο 180 ευρώ να ‘ούμε! Μ’ έσωσες να ‘ούμε! Α ρε υπάρχει θεός να ‘ούμε… Και θα μου τα φέρεις και στο σπίτι με ένα δεκάρικο… Μπράβο ρε άνθρωπε μου… Και τις γαλοπούλες; Και τα μοσχάρια;»
«Ναι ναι και γκαλοπούλα και μοσκαριά τα φέρει…»
«Α ρε φιλάνθρωπε. Να σου πω όμως ρε «παλλουκάρι» να ‘ούμε… Δε γίνεται να τα τυλίξουμε όμως με σακούλες από άλλα σουπερ μάρκετ να μην καταλάβει τίποτα η κυρά μου να ‘ούμε και μου τα βάλει ένα ένα στον κώλο να ‘ούμε…»
«Όκι όκι κώλο… Ξέρει… Τα τα τυλίξει το Γκιόργκι όπως ξέρει και τα τα φέρω εγώ πίτι σου…»
«Να μου ζήσεις Γκιόργκι Ντιμιτρέφσκι μου να ‘ούμε! Να μου ζήσεις!»
Του ‘δως το 10ρικο να ‘ούμε και έκανε φοβερή δουλειά… Τρελάθηκε η κυρά Ευθαλία… Όλα στην ώρα τους τα έφερε και τυλιγμένα κανονικά όλα να ‘ούμε
«Μπράβο λέει. Κανόνισες και ντελίβερι», με είπε.  «Μπράβο άντρακλα μου. Θα σε περιποιηθώ εγώ το βράδυ… ’Άντε να πάει καλά το τραπέζι με τα αδέρφια σου και θα δεις τι θα σου κάνω εγω το βράδυ…»
Πολυβόλο η κυρά Ευθαλία, τα ετοίμασε όλα, φοβερό τραπέζι. «Σιάχτηκα» κι εγώ να ‘ούμε. Για το βράδυ να ‘ούμε. Για «ντούρου ντούρου» να ‘ούμε.
Ήρθαν κι όλες οι ακρίδες τα διέλυσαν όλα. Μέχρι και τα πιάτα έφαγαν. Λες και δεν είχαν ξανά φάει στη ζωή τους…
Και όταν είμασταν πάνω στο επιδόρπιο, άρχισαν τα όργανα. Λέει το ένα το παχύδερμο ο ξάδερφος της.
«Ρε ξαδέρφη που είναι η τουαλέτα;»
Πάει μέσα και αρχίζει η «καταιγίδα της ερήμου», με ήχους, αστραπές, βροντές και καζανάκια.
Και μετά πάει κι «ο ξάδερφος Β’» και ο «αδερφός» της  κι ο παππούς και τα παιδιά. Ουρά απ’ έξω από τον «γκαμπινέ» να ‘ούμε. Και εμένα με έπιασε αλλά κρατήθηκα να ‘ούμε.
Και όχι μόνο αυτό άρχισαν και τα όργανα. Δε φτάνει τους ταίσαμε τζάμπα, μου διαμαρτύρονταν κιόλας.
«Μα τι μας τάισες…;» και « Απο που τα ψώνισες όλα αυτά….;» και «Ωχ το στομαχι μου…» και «Μα τι έβαλες μέσα…» και «Ανακατεύομαι…» κτλπ
Όλο το βράδυ έβγαζαν «πράμα» κι από μπρος και απο πίσω. Ξάπλα όλοι μέσα στο σπίτι. Γαστρεντερολογικό το κάναμε. Και κάθε δέκα λεπτά ούρα στον γκαμπινέ. Ουρά! Σε κάποια φάση σκέφτηκα θα βουλώσει. Έτρεχε κι η κύρα Ευθαλία με ένα μπωλ για τα ξερατά…
Χαμός σου λέω να ‘ούμε. Γαμώ τα ρεβεγιόν…
Σε κάποια φάση προσφέρθηκα να κατεβάσω τα σκουπίδια και να την «κάνω λαμόγιο» αλλά μου λέει η κυρά Ευθαλία…
«Κάτσε ‘δω ρε φούστη κι εμείς θα λογαριαστούμε μετά! Αμ ΄καλά είδα εγώ την απόδειξη στα Βουλγάρικα!»
«Α ρε φούστη Γκιόργκι Ντιμιτρέφσκι τι μου έκανες; Α ρε «ριόλη» Γκιόργκι Ντιμιτρέφσκι τι μου έκανες! Ούτε μέχρι Βουλγαρία δε θα φτάσω να σωθώ. Ούτε μέχρι Βουλγαρία!

Comments

comments

About Kiss My GRass

%d bloggers like this: