Home / MAKE ME FEEL / Η μπαλάντα του Λουκά και της Ανθής – George A. Pappas

Η μπαλάντα του Λουκά και της Ανθής – George A. Pappas

Έκανε αυτό το πρώτο κρύο της Αθήνας, αυτό που αν μένεις σε περιοχή με υγρασία – απλά ξέρεις, δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση. Η εξώπορτα άνοιξε με φόρα, σχεδόν με φάλτσο, απ’ αυτές τις μπαλιές με την ‘άκρη-άκρη’ των δαχτύλων του ποδιού, και τα σώματα που ακολούθησαν αυτή τη μπαλιά, ακολούθησαν έτσι άγαρμπα την πόρτα. Ο Λουκάς πάλευε να βρει κάτω από τα μπουφάν και τα πουλόβερ την Ανθή. Τα φουλάρια τους τους έπνιγαν καθώς έπεφταν στο πλακάκι, και τα κορμιά τους έτρεμαν καταναγκαστικά. Σύρθηκαν ενστικτωδώς προς μια παλιά, φθηνή μοκέτα – απ΄αυτά τα ανιαρά και κοινότυπα Σουηδικά που υπάρχουν σε τόσα εκατομμύρια σπίτια.

Στην γωνία του σπιτιού, είχε κρυσταλλώσει από την υγρασία και την αχρηστία το σβηστό, ακόμα, τζάκι ‘του καλοκαιριού’. Ένα τζάκι χωρίς φωτιά μα με κάτι Αϊ Βασίληδες του πεταματού απάνω να προσμένουν την χαρμόσυνη γέννηση του Θείου βρέφους. Μια εστία, λοιπόν, αχρησιμοποίητη και κενή – μα όχι παρθένα. Τα πυρότουβλα είχαν καλά καεί από φωτιές πολλών προηγουμένων χειμώνων.

Ένα αχρησιμοποίητο, σημαδεμένο κενό, ήταν ο σιωπηλός μάρτυρας της μπαλάντας του Λουκά και της Ανθής.

Ένας χρόνος, τέσσερις μήνες, είκοσι δυο μέρες και είκοσι ένα βράδια είχαν να βρεθούνε έτσι όπως απόψε, ένα απόψε όπως κάθε τους ‘απόψε’, ένα απόψε σαν αστραπή – μια στιγμή που εμπεριείχε μέσα της μια ολόκληρη ζωή, με όλα τα πάνω και τα κάτω της. Με καμμένα πιάτα φαγητών, θερμοσίφωνα να καίνε ξεχασμένα, και αμάξια να καίνε τζάμπα βενζίνη έτσι, πεισματάρικα, αλανιάρικα, κόντρα στην οικονομική κρίση των καιρών.

Μόνο που εκείνο το ‘απόψε’ ήταν λίγο διαφορετικό από τα αλλά, γιατί δεν είχε μέσα του, αυτή τη φορά, πράγματα, και στιγμές, και περιπέτειες από το τότε ή το κάποτε.

Ούτε καν από το ‘τώρα’.

Εκείνο το απόψε είχε, για τόσο λίγο, το μετά: το μετά – μαζί.

Στον τρόπο που ο Λουκάς είχε χώσει τα δάχτυλα του βαθιά μέσα στα μαλλιά της, και που η Ανθή έπιανε πρώτα τους καρπούς του, και μετά, τρυφερά τα χέρια του κρυβόταν ένα παλιό ραδιόφωνο, και μια πλαστική λεκάνη στο χρώμα του λάχανου γεμάτη με ζεστό νερό και σαπουνάδες. Η Ανθή έφερνε στοίβες από πιάτα και ο Λουκάς τα έπλενε στο νερό, και κάπως έτσι μαζί έδιωχναν την βρωμιά και τα αποφάγια και για μια στιγμή, για μια μονάχα στιγμή, όλα έλαμπαν λες και δεν τρέχει κάτι. Σαν να μην είχε γίνει τίποτα πιο πριν και τα πιάτα και οι ζωές τους άστραφταν, υγρά, δίπλα στον νιπτήρα.

Λιτοί, αλλά όχι απέριττοι. Τρυφεροί, και συγχρόνως σκληραγωγημένοι.

Δεν ήταν ο τρόπος που λυκνούνταν οι γοφοί της με αργό ρυθμό ή που αυτός την κοιτούσε ακόμα και όταν αυτή έστρεφε το βλέμμα της μακριά και αλλού. Ήταν ο τρόπος που πήρε μόνη της ένα καλοδιπλωμένο κομμάτι παλιού υφάσματος και στέγνωνε τα πιάτα που αυτός είχε μόλις καθαρίσει, και σαν σε χορό μέσα σε μέλι τα δύο τους σώματα λειτουργούσαν πια σαν ένα ολόκληρο. Ένα ολόκληρο φτιαγμένο από άλλα δυο ολόκληρα, και γεμάτα σώματα που άκουγαν από ένα παλιό ραδιόφωνο που δεν δούλευε πλέων, μια μουσική που άκουγαν μονάχα οι δυο τους.

Γυμνοί στο πάτωμα, μπροστά στο άψυχο τζάκι, έτρεμαν ο ένας δίπλα στον άλλον οι κόρες τους διεσταλμένες – μισοί μέσα στο κοινό αυτό τους όραμα κι μισοί έξω απ’ αυτό να νιώθουν το ύπουλο χάδι του παγωμένου πατώματος.

Κάπως έτσι τελείωσε αυτών των παιδιών η μπαλάντα, απάνω σε μιαν έκσταση, σερβιρισμένο με ένα κόκκινο κρασί και ένα άφιλτρο τσιγάρο.

Τα τραγούδια λένε πως το επόμενο πρωί τους βρήκανε νεκρούς και αγκαλιασμένους.

Comments

comments

About George A. Pappas

“The world belongs to us; to us who steal kisses at bonfires, to us who stay up laughing with friends long after you have gone to sleep, to us who dance with reckless abandon…”

%d bloggers like this: