Home / Uncategorized / Tο Kέρατο – Eleni Qse

Tο Kέρατο – Eleni Qse

 

Η Άννα και ο Ηλίας ήταν θυμάμαι το πιο ερωτευμένο ζευγάρι του πανεπιστημίου. Πάντα μαζί, χέρι χέρι, στα καφέ όπου συνηθίζαμε να περνάμε τις κοπάνες μας δεν ξεκολλούσαν ο ένας απ’ τον άλλον. Ήταν το ζευγάρι που σε  κάνει να νιώθεις άβολα όταν είσαι μόνος μαζί τους για τον απλούστατο λόγο πως θα πρέπει να το παίζεις άνετος και αδιάφορος την ώρα που κάθονται απέναντι σου επικοινωνώντας με τη δική τους μυστική γλώσσα που εσύ απλά δεν καταλαβαίνεις. Γνωρίστηκαν σε ένα ταξίδι στην Ιταλία όπου είχαμε πάει για εκπαιδευτικούς λόγους. Αυτός, ψηλός, ξανθός με τα αθωότερα μπλε μάτια που έχω δει, ντυμένος με ασυνάρτητα ρούχα που πάντα διάλεγε η μαμά του, πουλοβεράκια με αδιευκρίνιστες πατέντες από το λαιμό των οποίων πάντα ξεπρόβαλλε κολλαρισμένος γιακάς πουκαμίσου. Αυτή, όμορφή, καπάτσα, αστεία, ελαφρώς κουτοπόνηρη. Το αιώνιο όνειρό της, να γνωρίσει τον άντρα που θα έμενε για πάντα μαζί του, τον έναν και μοναδικό. Θα έκανε τα πάντα για να τον κατακτήσει και να τον κρατήσει δίπλα της αρκεί να έφτιαχναν μια όμορφη και καθώς πρέπει οικογένεια. Έτσι δήλωνε. Και το πίστευε από τα βάθη της καρδιάς της.

Ο Ηλίας ήταν αυτός. Τον ενθουσιασμό και την πεποίθηση της πως ήταν το έτερον της ήμισυ, επισφράγισε το γεγονός πως ο Ηλίας ήταν παρθένος. Ούσα παρθένα και η ίδια, η πρώτη τους φορά παρόλη την αμηχανία  και την απειρία και των δύο, ήταν ακριβώς όπως είχε φανταστεί. Γαρνιρισμένη με πυροτεχνήματα, μελιστάλαχτα λόγια και αιώνιες υποσχέσεις. Κι έτσι ακριβώς πέρασαν επτά ολόκληρα χρόνια. Η Άννα κι ο Ηλίας αχώριστοι, στις εξόδους, στα Κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια, ώσπου ήρθε και το πολυπόθητο δαχτυλίδι για να επισημοποιήσει την αγάπη τους. Οι μάνες των υπόλοιπων κοριτσιών της παρέας αχ και βαχ. «Μα παιδάκι μου χάθηκε να βρεις κι εσύ κάποιον σαν τον Ηλία; Στα μάτια την κοιτάζει την Αννούλα, παιδί για σπίτι.»

Είχαμε χαθεί με την Άννα, μιλούσαμε μια στο τόσο, η αλήθεια είναι πως είχα λίγο βαρεθεί να μου διαλαλεί συνεχώς την αγάπη τους, θα ήθελα να ακούσω έστω και μια φορά για το γαμώτο, έτσι για να σπάσει η ζαχαρόπαστα, ένα παράπονο, έναν καυγά, κάτι διαφορετικό. Δεν άργησε η ώρα που η ιστορία θα με επιβεβαίωνε. Ένα βράδυ, σχετικά αργά, δέχτηκα τηλέφωνο της. Σπαραχτικό.

Η φωνή της, σπασμένη από αγωνία και τα δάκρυα, άρχισε να μου διηγείται σαν χείμαρρος αυτά που είχαν συμβεί τον τελευταίο μήνα. «Λοιπόν άκου. Κάθεσαι; Νομίζω πως ο Ηλίας με κερατώνει. Ναι, ναι με κερατώνει». Ο Ηλίας εν ολίγοις στο γραφείο που δούλευε συνεργαζόταν με την σαραντάρα, μόλις χωρισμένη Μυρτώ. Είχαν αναπτύξει μια ιδιαίτερα στενή σχέση, όχι δεν έβγαιναν μόνοι, αλλά η Μυρτώ ερχόταν παντού μαζί τους. Ακόμα και στα Κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια. Η Μυρτώ:  κοντούλα, πονηρούλα με πολύ μεγάλο στήθος και φιλήδονα σχεδόν πάντα μισάνοιχτα χείλη. Βρισκόταν σε ερωτική απογοήτευση και ο Ηλίας προσπαθούσε να την κάνει να ξεχαστεί με το να της γνωρίζει φίλους του, να προσφέρει τον ωμό του να ξεσπάσει σε λυγμούς. «Μόνο στο κρεβάτι μας δεν την έχει φέρει» κλαψούριζε η Άννα. Εγώ, μη θέλοντας να ανακατευτώ παραπάνω απ ότι μ’ έπαιρνε, προσπάθησα να την καθησυχάσω υπενθυμίζοντας της τις υποσχέσεις τους, το μονόπετρο και όλα αυτά που άκουγα τόσα χρόνια από την ίδια, περιέργως όμως αυτή φαινόταν να τα ξεχνά. Γιατί; Γιατί απόψε που είχαν επέτειο ο Ηλίας ήταν κουρασμένος και ήθελε να κοιμηθεί. Γιατί δεν ήταν στο σπίτι του και στο κινητό δεν απαντούσε. Προφασίστηκα κάτι γρήγορο και παντελώς μη πιστευτό όπως «με καλεί η φύση επειγόντως» και της το έκλεισα. Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελα να επιβεβαιώσω τις υποψίες της ούτε να πω ψέματα. Άλλωστε δεν είχα κανέναν λόγο να είμαι καχύποπτη απέναντι του μετά απ όσα είχε αποδείξει στο παρελθόν. To επόμενο απόγευμα έμαθα από γνωστή καλοθελήτρια – κουτσομπολάρα φίλη την έκβαση της προηγούμενης νύχτας.

 

Η Άννα με φίλη της λαγωνικό, είχαν πάει στο σπίτι της Μυρτούλας να κόψουν κίνηση. Από κάτω, παρκαρισμένο το αυτοκίνητο του Ηλία. Με τη βοήθεια της τύχης του υποψήφιου κερατά, βρέθηκαν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα, η Μυρτούλα νεγκλιζέ, στο φόντο ο Ηλίας, χωρίς πουλοβεράκι με πατέντες, με ξεκουμπωμένο το κολλαριστό πουκαμισάκι του, ελαφρώς αναψοκοκκινισμένος από το ποτάκι. «Δεν προλάβαμε…» έλεγε και ξανάλεγε με την ηλίθια ξεπλυμένη αθωότητά του. «Αννούλα δεν είναι αυτό που φαίνεται» έγλειφε η Μυρτούλα με την άνεση της ξαναπιασμένης στα πράσα.

Κι έτσι απλά, με λιποθυμίες, ξεκατινιάσματα, κλάμα και τύψεις πήρε τέλος η γλυκύτατη ιστορία της Άννας και του Ηλία. Δεν ξέρω περαιτέρω εκτός από το ότι η Αννούλα είναι ευτυχισμένη με τον νυν σύζυγό της Αντώνη και τα τέσσερα παιδιά τους. Δεν ξέρω επίσης αν η Αννούλα ψάχνει το κινητό του ή ενίοτε αφήνει τα παιδιά στη νταντά και οδηγεί νύχτα απλά για να επιβεβαιώσει πως ο Αντώνης βρίσκεται στο γραφείο ή για μπύρες με συναδέλφους. Ξέρω όμως πως το κέρατο μπορεί να ξεπερνιέται αλλά ποτέ δεν ξεχνιέται. Είναι μια καλή ευκαιρία για να περάσεις βραδιές πιόματος και μύξας με τις φίλες σου και να συνειδητοποιήσεις πως η ζωή δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα. Τουλάχιστον όχι πάντα. Οι άνθρωποι είναι πιο πολύπλοκοι απ’ ότι δείχνουν ή θέλουμε να πιστεύουμε και ο κακός λύκος, είτε είναι μια Μυρτούλα είτε είναι ένας άπειρος Ηλίας, καραδοκεί στη στροφή να μας δείξει τα κοφτερά δόντια του. Φοβόμαστε; Όχι βέβαια. Χρειάζεται να κοιτάζουμε πίσω από τον ώμο μας και να περπατάμε τοίχο τοίχο; Επίσης όχι. Αυτό που χρειάζεται, είναι απλά αποδοχή γι’ αυτό που μπορεί κάποια στιγμή να συμβεί, ένας πιστός φίλος και ένα κουτάκι ηρεμιστικά στο ντουλαπάκι της κουζίνας, just in case…

 

Eleni Qse

Comments

comments

About Eleni Q

Με λένε Ελένη, ενίοτε και αλλιώς αλλά κυρίως έτσι. Μ΄ αρέσει να γράφω, να χορεύω, να γελάω. Δεν μ’ αρέσει να με γράφουν, να με χορεύουν (στο ταψί), να με ξε-γελούν. Μ’ αρέσει η αλητεία, τα φευγαλέα αγγίγματα, οι σφιχτές αγκαλιές, οι άδειοι δρόμοι τα ξημερώματα. Λατρεύω τον αυθορμητισμό, την τρέλα, σιχαίνομαι τις λέξεις ίσως, μπορεί, θα δούμε και δεν ξέρω. Αγαπημένα μου ρητά : «Κι αν κελαηδάει η οχιά, δεν είναι καρδερίνα» και «Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι». Μισώ τους δήθεν, τις γκρινιάρες, τους αναποφάσιστους, τους συγκρατημένους. Όνειρό μου : ν’ αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι. Απωθημένο μου : ένα σπίτι με κήπο. Καταγωγή μου : Mικρασία. Πόνος μου : να μην με καταλαβαίνουν. Ευχή μου : κάποιος να διάβασε όλο αυτό και να χαμογέλασε…

%d bloggers like this: