Home / LIFE / Βουνό ή Θάλασσα; Η απάντηση είναι Όλυμπος… – Νατάσσα Μανίτσα

Βουνό ή Θάλασσα; Η απάντηση είναι Όλυμπος… – Νατάσσα Μανίτσα

19553438_10154917015343687_1160237506_n

Στην ερώτηση βουνό ή θάλασσα, η απάντηση η δική μου είναι σχεδόν αναμενόμενη: Θάλασσα δαγκωτό.

Θάλασσα όλες τις εποχές. Όλα αυτά, φυσικά, μέχρι να πας στο βουνό. Γιατί εκεί ξεχνάς τέτοιες διλημματικές ανησυχίες. Εκεί αρχίζεις να βλέπεις τον κόσμο με άλλο μάτι.

Αρχίζεις να παρατηρείς τον κόσμο που συχνάζει εκεί πάνω στα ψηλά.

Κάποιοι αθληταράδες, που το ανεβοκατεβαίνουν το βουνάκι αποστεωμένοι και εντελώς στεγνοί σε ανατριχιαστικό βαθμό, που σου έρχεται να ανοίξεις το τάπερ με τα κεφτεδάκια που δεν έχεις, να τους τα ταΐσεις από συμπόνια.

Κάποιοι ντυμένοι μέχρι αηδίας, με φλις προσαρμοσένα μέχρι και στις μύτες τους, που σε κάνουν να απορείς που κρύβουν τον ιδρώτα που ρίχνεις εσύ μέχρι να φτάσεις αγκομαχώντας.

Κάποιοι γδυμένοι μέχρι αηδίας και με σαγιονάρα φλιπ φλοπ, να σκαρφαλώνουν τα βράχια και να πονάνε οι πατούσες σου μαζί τους, σε ένδειξη συμπαράστασης των ταλαιπωρημένων ποδιών τους.

19239844_10154917034713687_343202530_n

Είναι και εκείνοι οι γκατζετάκηδες που κουβαλάνε πυξίδες, τζιπιες μέχρι και στα αυτιά τους, ειδικά φουλάρια για το λαιμό, περιβραχιόνια, και γενικά ένα κατάστημα προσκοπικό σε μινιατούρα συσκευασία των μείον 2, γραμμαρίων για να χωράει στο σακίδιο του Σπορτ Μπίλι, ώστε να τα πάνε βόλτα να δουν τη θέα, χωρίς να επιβαρύνουν τους ώμους τους.

Μετά συναντάς τους νιούμπις που σε ρωτάνε σε όλη τη διαδρομή “Παπαστρουμφ φτάνουμε;” “Φτάνετε Στρουμφάκια μου.”

Ή κι εκείνες τις γιαγιάδες, τις βουνίσιες χίπισσες που μάλλον έχουν περπατήσει τον κόσμο με το ίδιο ξεσκισμένο και άσπρο από τη λάσπη, ορειβατικό μποτίνι.

Και φυσικά όλοι εμείς, που είμαστε κάτι λίγο από όλα και ανεβαίνουμε αρχικά για την παρέα, ή για να σφίξουν οι κώλοι, για να ανεβάσουμε ωραία θέα στο ίνσταγκραμ, για να γίνουμε εναλλακτικοί, για να την πέσουμε στον φίλο εκείνο που είπε ότι συχνάζει εκεί πάνω, για να ξεχάσουμε τις σκοτούρες μας, για να μην πιάνει το κινητό λίγες ώρες, ώστε να κάνουμε αποτοξίνωση, για να σκαλίσουμε τα ονόματά μας σε κάποιο κούτσουρο, για να συναντήσουμε το Δία και την παρέα του, γιατί όταν μιλάμε για βουνό, προφανώς μιλάμε για τον Όλυμπο… κυριαρχικά και μετά το χάος…

19576229_10154917016703687_844446323_n

Όταν ξεπεράσεις την κουτσομπολίστικη Μύκονο που κουβαλάς, λόγω καταλοίπων πρότερου έντονου βίου, εκεί σε βρίσκει η ποίηση. Όχι ακριβώς αυτή του Τίτου του Πατρίκιου, αλλά ό,τι περιγράφει ο ποιητής αρχίζεις να το βιώνεις σε χρώματα και εικόνες. Εκεί πάνω, λοιπόν, σε βρίσκει η ποίηση της φύσης, που μοιάζει εντελώς αλλιώς από ένα άλφα υψόμετρο και πάνω. Κι αν δεν είναι όντως διαφορετική, τότε φταίει το μάτι που δεν παρατηρεί στα χαμηλά με ίδιες αποχρώσες λεπτομέρειες, όσο όταν ανεβαίνει πιο κοντά στον ήλιο.

19553166_10154917032118687_1760214887_n

Τα σαλιγκάρια είναι πιο μαύρα, οι πεταλούδες πιο πλουμιστές, τα φύλλα όλα με άλλο χρώμα, οι μυρωδιές μπλεγμένες και χορευτικές, ο αέρας φρεσκαδούρα, το χώμα πιο ανάγλυφο, οι βράχοι πιο μετέωροι μα και πιο στιβαροί, και οι γκρεμοί που έτρεμες από παλιά, πιο κοντά σου από ποτέ. Τότε ακριβώς σε βρίσκει η ποίηση του να ξεπερνάς τις φοβίες σου μία μία. Στάθηκα σε άκρη γκρεμού χωρίς την παλιά μπαλκονίστικη υψοφοβία μου. Το λες και υπέρβαση αν όχι ψυχοθεραπεία. Από τις τζάμπα, μάλιστα.

19489629_10154917016363687_833238035_n

Έχουν γραφτεί πολλά για τις ορειβατικές περιπέτειες και τις εμπειρίες των ανθρώπων που αγαπάνε το σπορ και τα βουνά και δεν θα ήθελα ποτέ με 2-3 βόλτες να το παίξω ειδήμων. Άσε που αρέσκομαι και στην ιδέα να μην γίνω ειδικός ποτέ σε τίποτα. Είναι καλύτερα να μπαίνεις πάντα άσχετος στα βαθιά ύψη, για να μην πιστέψεις ποτέ ότι μπορείς να νικήσεις κάτι παραπάνω από ό,τι σου προορίζει το βουνό με τους Ολύμπιους κανόνες του. Κάπως σαν τη δεύτερη μέρα που έφυγε η μισή παρέα για κορυφή, αποφασισμένη να καρφώσει σημαία on top και έμεινα πιο πίσω με τη Βάσια να λέμε κάθε 100 μέτρα… “πάμε μέχρι εκείνο το πασαλάκι; Άντε λίγο παραπάνω ένα βραχάκι φαίνεται ενδιαφέρον. Ααααα ωραία σκιά έχει εκείνο το δέντρο. Να βγάλουμε μια πόζα εδώ πιο πάνω. Γύρνα βρε πίσω να δεις τι ωραία θέα που έχει από εδώ. Το βλέπεις εκεί κάτω το καταφύγιο; Από εκεί ξεκινήσαμε, το φαντάζεσαι; Ρε συ έχει χιόνι αυτή η πλαγιά ακόμα. Ναι μαμά, θέλω να πιάσω χιόνι το καλοκαίρι…”

Και χωρίς να έχουμε κουραστεί, ίσως ούτε καν ιδρώσει, είχαμε ανέβει την πιο ψηλή πλαγιά της ζωής μας και αν μπορούσα θα είχα βάλει μια μικρή σημαία εκεί. Γιατί για εμάς η κορυφή μας ήταν εκεί που πίναμε νωχελικά το νερό μας, λίγο πριν αποφασίσουμε να γυρίσουμε. 2 ωρίτσες μόλις κάτω από τον Μύτικα και 3 πάνω από ότι θα φανταζόμασταν ότι θα ανεβαίναμε ποτέ. Έτσι άλλωστε είναι οι κορυφές. Αντικειμενικές για τους ανταγωνιστικούς, υποκειμενικές για τους χαλαρούς. Διαλέγεις και παίρνεις, γιατί αν μη τι άλλο και στις δυο κατηγορίες τουλάχιστον απολαμβάνεις…

 ΥΓ1. Αφιερωμένο στην παρέα που λιώσαμε τα σιντιά του στο αυτοκίνητο στην 4ωρη και κάτι διαδρομή μας. Κάτι από Jackson φίλοι μου, που σήμερα μάλιστα μετράει 8 χρόνια από τότε που μας άφησε για κάποιες άλλες δικές του κορυφές.

ΥΓ2. Αυτό το κομμάτι δεν το ακούσαμε γιατί έχασα το σιντι… Επανορθώνω, λοιπόν

Comments

comments

About Νατάσσα Μανίτσα

Αρσακειάδα και μου φαίνεται, χωρίς τα γαλλικά αλλά με πιάνο, ξένες γλώσσες, σινεμά, θέατρα και, ω ναι, ποίηση! Κάποια στιγμή στη ζωή μου ξύπνησε η ψυχολόγα μέσα μου και σπούδασα Ψυχολογία, ενώ συνέχισα ακάθεκτη με Μετάφραση και Βρετανικές Σπουδές. Από πολύ νωρίς κατάλαβα ότι δεν γνωρίζω τίποτα, κάποιοι όμως θα σκότωναν να μάθουν όλα όσα γνωρίζω. Γι αυτό και εγώ ενίοτε τα λέω χύμα και bloggάρω κυρίως για να μη φρικάρω. Και το ταξίδι συνεχίζεται, μα ποτέ δε χαρίζεται...