Home / POINT OF U / Editors' view / «Ανάθεμα… ΖΗΣΕ» – Ελένη Λιόση

«Ανάθεμα… ΖΗΣΕ» – Ελένη Λιόση

tumblr_static_tumblr_static_e61wc7fxg8gs88wk04os4k0s4_640

Είμαι πάντα ευτυχισμένος. Ξέρετε γιατί;

Γιατί δεν περιμένω τίποτα από κανέναν.

Οι προσδοκίες πάντα πληγώνουν. Η ζωή είναι μικρή.

Γι’ αυτό αγάπα τη ζωή σου και συνέχισε να χαμογελάς.

Ζήσε για σένα και πριν μιλήσεις άκου.

Πριν γράψεις, σκέψου.

Πριν ξοδέψεις, δούλεψε.

Πριν προσευχηθείς, συγχώρεσε.

Πριν πληγωθείς, νιώσε.

Πριν μισήσεις, αγάπα.

Πριν τα παρατήσεις, προσπάθησε.

Πριν πεθάνεις, ΖΗΣΕ.

                                                                               Σαίξπηρ

«Χρυσό βραχιόλι» είπε δείχνοντας μου τον καρπό της.

«Μα Γιάγιε μου (υποκοριστικό του γιαγιά) εγώ δεν βλέπω κανένα χρυσό βραχιόλι στο χέρι σου» της αποκρίθηκα με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο μου αναζητώντας ένα στολίδι στο γέρικο λατρεμένο χέρι, από μέταλλο χρυσού σε χρώμα λαμπερό κίτρινο.

Θυμάμαι το χαμόγελο της.

Θυμάμαι την καρδιά που σχημάτιζε το σχήμα των χειλιών της.

Χρυσό βραχιόλι η μόρφωση…

Χρυσό βραχιόλι η ανεξαρτησία…

Χρυσό βραχιόλι η ελευθερία της ψυχής…

Κρητικιά η γιαγιά… Από τις παλιές… Με τα μαύρα ρούχα και τη μαντήλα στα μαλλιά.

Και όμως η καρδιά της διψούσε να βγάλει φτερά και να πετάξει…

Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι τα παραμύθια  της που τόσο απολάμβανα ξαπλωμένη στο παλιό ντιβάνι δεν ήταν απλά ιστορίες μυθοπλασίας. Ήταν η ζωή που ονειρευόταν να ζήσει.

Και εγώ υπήρξα ο ακροατής των βαθύτερων επιθυμιών της… της ελεύθερης ζωής που προσδοκούσε… για μένα πλέον.

Πριγκίπισσες που ξύπνησαν από το φιλί του πριγκιπόπουλου αλλά δεν έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Του έκλεισαν το μάτι… σηκώθηκαν από τη λήθη… στάθηκαν στα πόδια τους… τίναξαν την  ποδιά τους… την έλυσαν και την πέταξαν στο αέρα.

Ο πύργος δεν χωρούσε τη ζωή που ήθελαν να ζήσουν…

Και σίγουρα δεν ήθελαν να αγναντεύουν τη θέα από ψηλά. Ήθελαν να γίνουν η θέα…

Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έτρεξα να μοιραστώ μαζί της ότι πέρασα στο πανεπιστήμιο. Τα είχα καταφέρει. 

Της έδειξα το χέρι μου. Το χρυσό βραχιόλι… κράμα χρυσού και προσδοκίας.

«Το φόρεσα Γιάγιε μου. Να κοίτα… Και τώρα;»

«Ζήσε… στηρίξου στα πόδια και τα χέρια σου… Στο μυαλό και την καρδιά σου… Ελεύθερη… Ανεξάρτητη… Γενναία… Ζήσε…»

  Ήταν η τελευταία φορά που την είδα. Σα να εκπληρώθηκε ο δικός της σκοπός στη ζωή… 

«Και τώρα πώς το κάνουμε αυτό το… Ζήσε;»

Λίγα χρόνια μπροστά μου να τελειώσω το πανεπιστήμιο… ευκαιρία να πιώ αρκετά σε συνοικιακά μπαράκια… Να βρω μια καλή δουλειά… οχτάωρη γραφείου… ή καλύτερα δημοσίου… καθώς πρέπει…

Να ερωτευτώ παράφορα… να χωρίσω… να ξανά ερωτευτώ… Ν΄ αποφασίσω ότι θέλω να κάνω και παιδιά… όχι ένα… δύο καλύτερα. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Και φυσικά να βρω τον πατέρα των παιδιών μου. Να είναι από καλή οικογένεια, να έχει μια καλή δουλειά, να είναι και καλός άνθρωπος…

Να παντρευτούμε. “Κύριε ο Θεός ημών δόξη και τιμή στεφάνωσον αυτούς”.

Μην ξεχάσω να τον αγαπήσω…

Να συμπαθήσω την αδερφή του με την ξινίλα στα μούτρα και να εκθειάζω τα φαγητά της μαμάς του. Να μην ξεχάσω να χαμογελάω στο “Εσύ μια μέρα θα μαγειρεύεις  καλύτερα από τη μαμά”. 

Ανάθεμα… Ζήσε…

Φέρνω στο μυαλό μου την καρδιά που σχημάτιζε το σχήμα των χειλιών της. Τα παραμύθια της… που ποτέ δεν άρχιζαν με το Μια φορά και έναν Καιρό… δεν μιλούσαν για προγραμματισμένα βήματα μέσα σε γυάλινα γοβάκια… και ο πρίγκηπας δεν ήταν ο γιος του βασιλιά του διπλανού χωριού με το λευκό άλογο που θα της χάριζε δύο παιδιά… ένα αγόρι και ένα κορίτσι…

Η ωραία Κοιμωμένη ξυπνάει μόνη της… επιλέγει τον Πρίγκηπα της και του δίνει εκείνη το πρώτο φιλί… Χορεύει μέχρι το πρωί… γελάει δυνατά… δουλεύει σκληρά… δεν ακούει τα κουτσομπολιά… Ζει χωρίς τα πρέπει και τα κοινωνικά συμβόλαια της κακιάς μάγισσας. Χωρίς ανόητες δεσμεύσεις και φτηνές δικαιολογίες.

Ζει για εκείνη πρώτα γιατί σέβεται το μεγαλύτερο δώρο που της δόθηκε… η ίδια της η Ζωή… με συμμάχους στο πλευρό της που σέβονται ακριβώς αυτό που είναι…

Ελεύθερη… Ανεξάρτητη και Γενναία… με προσωπική ευθύνη επιλογής…

ΥΓ: Σε ένα οικογενειακό τραπέζι με συγκεντρωμένο όλο το σόι… από αυτά που τρως πολύ για να ξεχάσεις ότι κάθεσαι δίπλα στην πολυλογού θεία Ευτέρπη… μία ξαδέρφη ρωτήθηκε πώς τα κατάφερε και έμεινε γεροντοκόρη… κοινώς στο ράφι… και δεν βρήκε κάποιον για να μπορέσει να ζήσει…

Το κορίτσι δεν βιάστηκε ν΄ απαντήσει. Κατάπιε την μπουκιά της… σκούπισε με την άκρη της πετσέτας το στόμα της… σήκωσε το κολονάτο ποτήρι (με μπύρα μέσα) και αποφάνθηκε χαμογελαστή με χείλη που είχαν το σχήμα καρδιάς…

«Ζω…

Στηρίζομαι στα πόδια και στα χέρια μου…

Στο μυαλό και στην καρδιά μου…

Ελεύθερη…

Ανεξάρτητη…

Γενναία… Ζω…

Εσύ;»

 

Comments

comments

About Ελένη Λιόση

Από μικρή ακολουθούσα τα μυστικά μονοπάτια της φαντασίας. Έκλεινα τα μάτια και ονειρευόμουν. Ταξίδευα σε μέρη μαγικά παρατηρώντας τις ζωές των απλών καθημερινών ανθρώπων. Συνοδοιπόρος μου από τότε ήταν το Κορίτσι με το Λαμπερό Χαμόγελο. Μαζί σαν ένας άνθρωπος παρατηρούμε τα βλέμματα, ακούμε τον ήχο των κυμάτων, γευόμαστε παγωτό μαστίχα, μυρίζουμε άνοιξη και έχουμε μια αγκαλιά για δόσιμο…