Home / FASHION ART DECO / Βιβλιοκριτική: “Ο κύκλος του Πάθους” του Αναστάσιου Μαρασλή – Δημήτρης Τανούδης

Βιβλιοκριτική: “Ο κύκλος του Πάθους” του Αναστάσιου Μαρασλή – Δημήτρης Τανούδης

kyklos_pathos_final1

ΚΡΙΤΙΚΗ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΑΝΟΥΔΗ.

Κατά το πρώτο μισό, ο αφηγηματικός κόσμος του βιβλίου ξετυλίγεται ανάμεσα από τα στεγανά τοιχώματα του πάθους και των παθών. Τόσο ο κεντρικός ήρωας, ο Άλεξ, όσο και οι άνθρωποι που τον περιβάλλουν, ξεστρατισμένοι σύζυγοι, νευρωτικοί επιχειρηματίες, εκδιδόμενα μοντέλα, χρήστες ναρκωτικών, θιασώτες ερωτικών απολαύσεων και παιχνιδιών της εξουσίας, όλοι όσοι περιστρέφονται σαν δορυφόροι γύρω από τον πρωταγωνιστή, αντανακλώντας κατά βάθος τον ίδιο τον ψυχισμό του, δεν είναι παρά άνθρωποι που παθιάζονται και συνάμα πάσχουν, άνθρωποι που πάσχουν επειδή υποκύπτουν στο ένα κυρίαρχο πάθος τους.

Το κάθε ξεχωριστό πάθος του κάθε ήρωα αποτυπώνεται έτσι με το πρόσημο της μονάδας, το πρόσημο της καθήλωσης στον αριθμό ένα, είτε ο αριθμός αυτός αντιπροσωπεύει τη θέση του απόλυτου εταιρικού βασιλιά που επιδιώκει να κατακτήσει ο Ντάνιελ καθώς συντελεί την οικονομική δολοφονία του αδερφού του, είτε στη μανία του εφοπλιστή Εμπειρίκου, ο οποίος αγοράζει έργα τέχνης χωρίς να τα κατανοεί, απλώς και μόνο για τη συμβολική αξία της αγοράς του ίδιου του πλούτου, είτε ακόμα στη νεαρή Λουίζ, ενός κοριτσιού που οραματίζεται την προσωπική ανάρρηση μέσα από τα κρεβάτια των ισχυρών.

Παρότι όμως το κάθε πάθος αντιστοιχεί σε έναν θρόνο, σε μία έξη, σε έναν ψυχοσωματικό ίμερο, τα πάθη, αντιθέτως, τα πάθη με τη χριστιανική σημασία της λέξης, αντιστοιχούν στην πολλαπλότητα: στις πολλαπλές συνέπειες εκείνου ακριβώς του κενού που έπεται κάθε εκπληρωμένου πάθους.

Το μοναδικό λοιπόν που γεννά το πάθος (στον ενικό αριθμό) δεν είναι παρά η ακόρεστη ανάγκη για επανάληψη του εαυτού του. Κι αυτό γιατί το μοναδικό που γεννούν οι συνέπειες των παθών (στον πληθυντικό αριθμό) δεν είναι παρά μια ψευδεπίγραφη κάθαρση, μια αγρανάπαυση υφασμένη από λυγμούς και στείρα μελαγχολία, ώσπου τουλάχιστον να εκκολαφθεί ο επόμενος σπόρος, ο νέος λωτός, η επόμενη ανασύνταξη της αδηφαγίας.

Διότι μπορεί ο Ντάνιελ, ο καρδιακός φίλος του Άλεξ, να μετανιώνει για την αδελφοκτονία, αλλά το ίδιο αυτό πάθος, η λαγνεία της εξουσίας, θα τον βρει ξανά στη στροφή του δρόμου. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο μεγιστάνας θα συνεχίσει να αγοράζει έργα, παρά την πικρή διαπίστωση πως η καλλιτεχνική του αντίληψη δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει έναν πλαστό πίνακα από έναν αυθεντικό. Αντιστοίχως, ο Νικ θα συνεχίσει τη μανία του τζόγου, παρά την αποξένωση από τα παιδιά του, παρά τη διαρκή συνειδητοποίηση αυτής της οδύνης.

Ακόμα και η Ντόροθυ, το μοναδικό λευκό χρώμα στη γυναικεία παλέτα του βιβλίου –παιδιάστικα ανέμελη, ρομαντική και ανοιχτή στο χαρούμενο άδραγμα της στιγμής–, δεν αργεί να ολισθήσει στο δικό της πάθος, σε κάποιο είδος ψυχαναγκαστικής σεξουαλικότητας, όπου η υποταγή γίνεται το μόνο αφροδισιακό της, ενώ, μια στιγμή αργότερα, το σώμα και το μυαλό της κατακλύζονται από τη συγκεκριμένη εκείνη μοναξιά που έπεται μιας φευγαλέας κι απρόσωπης εκτόνωσης.

Παραθέτοντας εδώ από το βιβλίο: «Οι διεγερμένες, μέχρι πριν λίγο, αισθήσεις της, υποχώρησαν σταδιακά και ένιωσε μόνη, πολύ μόνη». Όλοι οι δευτερεύοντες ήρωες αυτού του βιβλίου (όλες, επομένως, οι αντανακλάσεις του κεντρικού ήρωα) διεγείρουν τις αισθήσεις τους, φτάνοντας στο σωματικό παροξυσμό, ενώ, μια στιγμή μετά, σταδιακά αλλά μοιραία, χάνονται στον πολλαπλό τεμαχισμό της λήθης, αυτής της λήθης που εκδηλώνεται όταν ο άνθρωπος σκορπίζει σε τόσα ασύνδετα μέρη ώστε καμιά λειτουργία της συνείδησης δεν μπορεί να τα ενώσει, ώστε το μόνο που μπορεί πλέον να τα ενώσει είναι το νέο πάθος, η ζωώδης διάσταση του πάθους, η ενόρμηση τελικά της καταστροφής, το ένστικτο του θανάτου.

Οι ήρωες ενοποιούνται, τρόπω τινά, από το πάθος  τους, σκορπίζουν μέσα στη βραχύβια λύτρωση των παθών τους και εκ νέου συμπτύσσονται από την επόμενη αφύπνιση του ενστίκτου, αδιάκοπα αιχμάλωτοι σ’ έναν φαύλο κύκλο, τον κύκλο του πάθους.

Ώσπου, ακριβώς στο τέλος του πρώτου μέρους, όταν ο ήρωας περνά τα κάγκελα της φυλακής, ο κύκλος φαίνεται να σπάει. Σπάει ξαφνικά και απρόβλεπτα – όσο ξαφνικές και απρόβλεπτες είναι τελικά οι ριζικές αλλαγές της ζωής μας. Ο κύκλος χάνει πια τη συνοχή του, ένα κενό χάσκει ανάμεσα στις δύο του άκρες, οι άκρες βυθίζονται προς τα μέσα. Και νιώθει τότε κανείς, βλέποντας αυτή την ολική μεταστροφή του ήρωα, σαν να βλέπει μια ανθρώπινη σπείρα, ένα κορμί που συστρέφεται, ψάχνοντας τον εαυτό του μέσα στον ίδιο τον εαυτό του.

Όσο βαρυσήμαντο κι αν ακουστεί, τηρώντας βέβαια πάντα τις αναλογίες, θα έλεγε κανείς πως η ψυχική μεταστροφή του ήρωα, ακριβώς εκεί, πίσω από τα κάγκελα της φυλακής, θυμίζει τις παλιές κλασικές αφηγήσεις – τον Κόμη Μόντε Κρίστο και τον Ρασκόλνικοβ, τις εξομολογήσεις ακόμα του Όσκαρ Ουάιλντ στο De Profundis αλλά και τη συγγραφή του Δον Κιχώτη από τον Θερβάντες μέσα στο κάτεργο της πολυετούς του φυλάκισης.

Ένας τέτοιος λογοτεχνικός συνειρμός θα μπορούσε όμως να ιδωθεί κι ως εντελώς φυσικός. Γιατί τα μεγέθη αυτών των λογοτεχνών είναι μεν απλησίαστα, αλλά ο Αναστάσης Μαρασλής δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συναντιέται νοητικά μαζί τους από τη στιγμή που ενεργοποιεί τη μεταστροφή του ήρωα μέσα στο περιβάλλον της φυλακής, στις ύψιστες δηλαδή συνθήκες ανελευθερίας που έχει εφεύρει ο άνθρωπος. Συναντιέται αναπόφευκτα μαζί τους, εφόσον γνωρίζει κάτι που οπωσδήποτε γνώριζαν τούτοι οι απαράμιλλοι συγγραφείς: πως κάθε φορά που βρισκόμαστε σε κατάσταση εγκλεισμού και απομόνωσης, το μόνο που διατρέχει τις σκέψεις μας είναι οι τρόποι με τους οποίους θα συνδεθούμε με τον εαυτό μας. Πώς αλλιώς να υπάρξει κανείς όταν ουδείς οικείος μπορεί να βεβαιώσει την ύπαρξή του; Πρέπει λοιπόν, σ’ εκείνο τον κρίσιμο χρόνο όπου το ελιξίριο της ταυτότητας φαίνεται να αδειάζει, ν’ αναζητήσουμε έναν Άλλον. Και ο Άλλος αυτός, ο γεννημένος από εμάς, δεν είναι τελικά παρά μια αποκάλυψη του βαθύτερου Εγώ – εκείνου που μέχρι τότε διέφευγε της συνείδησής μας. Δεν είναι παρά η λησμονημένη εστία του ίδιου μας του εαυτού.

Παραθέτοντας ξανά από το βιβλίο: «Ένιωθε πια μικρός και ασήμαντος, σαν κόκκος σκόνης χωρίς εκτόπισμα ή βάρος. Του είχε αφαιρεθεί η ταυτότητά του, η προσωπικότητά του. Φυλακισμένος, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν αριθμό, δεν είχε ονοματεπώνυμο. Δε διέθετε πια σύμβολα για να ξεχωρίζει μέσα στην αγέλη, δεν τον γνώριζε κανείς και είχε χάσει κάθε προνόμιο που είχε κερδίσει στον έξω κόσμο». Η αφήγηση συνεχίζει απαριθμώντας τις οδυνηρές ελλείψεις που ο ήρωας έχει αρχίσει να βιώνει: το σπίτι, η δουλειά, οι συναναστροφές, τα ταξίδια, οι γυναίκες, η πολυτέλεια. Στην πραγματικότητα όμως, εκείνο που του λείπει τότε, το μοναδικό που του λείπει, όπως ο ίδιος θα διαπιστώσει λίγες σελίδες μετά, δεν είναι παρά ο εαυτός του, ο εαυτός που κάποτε ήταν και εκείνος που πάντα ήθελε να είναι.

Διόλου λοιπόν τυχαίο το γεγονός πως ο ήρωας ξεκινά, στη διάρκεια αυτού του εγκλεισμού, να συγγράφει ένα μυθιστόρημα. «Η καλλιτεχνική έκφραση», κατά τα λόγια του στενού του φίλου, Μάικλ Ρης, «είναι μια βαθιά αναγκαιότητα, είναι η ανάγκη που αισθάνομαι να μεταδώσω μια εμπειρία». Αυτή την εμπειρία, την εμπειρία της αναγέννησης, επιδιώκει πλέον να μεταδώσει ο Άλεξ, συγγράφοντας ένα μυθιστόρημα, το οποίο (διόλου και πάλι τυχαία) είναι εμπνευσμένο από τη Ντόροθυ και αφιερωμένο στη Ντόροθυ, τη μοναδική δηλαδή γυναίκα που πόθησε μ’ έναν πόθο τεντωμένο πέρα από το σώμα.

Έτσι, η αναζήτηση του πραγματικού εαυτού περνάει από τη σύνδεση με έναν καλλιτέχνη, έναν άνθρωπο που ο ήρωας τοποθετούσε ασυναίσθητα σε προτυπική θέση και που τώρα υιοθετεί τον δικό του τρόπο, τον καλλιτεχνικό τρόπο, ώστε να μπορέσει να υπάρξει. Την ίδια στιγμή, η ύπαρξη αυτή απευθύνεται και αφιερώνεται στον άλλο συνδετικό κρίκο του ήρωα με τον ενδότερο εαυτό του, τη Ντόροθυ – σ’ εκείνη λοιπόν τη γυναίκα στην οποία αφουγκράστηκε ψήγματα γνήσιας αθωότητας, μια γεύση παιδικού καλοκαιριού, μια αίσθηση ενωμένης δυάδας, πέρα και μακριά από τη φούρια και την ψυχοπαθολογία όλης της περασμένης του ζωής.

Δεν μοιάζει τέλος καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι, παράλληλα με τη μεταμόρφωση του ήρωα, όλοι οι υπόλοιποι ήρωες επιχειρούν τις δικές τους αναγεννήσεις, παλεύοντας με τους προσωπικούς τους εξαγνισμούς. Ο Ντάνιελ φαίνεται όλο και πιο μεταμελημένος για τη δοξομανία του κάθε φορά που επισκέπτεται τον Άλεξ στη φυλακή. Ο Νικ στέλνει μια επιστολή από το δικό του κελί, αποτιμώντας νηφάλια τα λάθη που τον αποξένωσαν από τους αγαπημένους του. Ακόμα και η μητέρα του ήρωα, εκείνη που τον εγκατέλειψε από τα παιδικά του χρόνια, αποδεικνύεται, λίγες σελίδες μετά, όχι ως η άστοργη μάνα που ο Άλεξ κουβαλούσε πάντα στη μνήμη του, αλλά σαν μια τραγική φιγούρα, σαν κάποια που παλεύει να λειάνει, έστω και λίγο πριν το θάνατό της, όλες τις άδικες χαρακιές που άφησε να σχηματιστούν στις παλάμες της.

Τι λοιπόν συμβαίνει εδώ;

Η μητέρα του ήρωα μεταμορφώθηκε αυτόβουλα ή επέτρεψε τη συγχώρεσή της ακριβώς γιατί ο γιος της αποφάσισε να τη συγχωρήσει προτού ακόμα την αντικρίσει;

Υπάρχει άραγε κάποιο μεταφυσικό νήμα ανάμεσα στον ήρωα και στους δορυφόρους που περιβάλλουν τη ζωή του; Πρόκειται μήπως για κάποια ενεργειακή αλυσίδα, όπου ο ένας κρίκος πυροδοτεί την ταλάντευση και των διπλανών;

Ίσως όμως το μοναδικό που θέλει τελικά να μας ψιθυρίσει ο συγγραφέας του βιβλίου είναι πως, όταν οι ίδιοι καταφέρουμε να αγαπήσουμε τους εαυτούς μας, δεν γίνεται παρά να εκπέμπουμε στους γύρω μας αυτή την αγάπη, λαμβάνοντας πίσω τα κύματα που μεταδίδουμε.

Ίσως εκείνο που εμμέσως θέλει να μας φωνάξει είναι πως μόνο τότε, όταν έχουμε βιώσει τα αληθινά μας Πάθη, την αληθινά εξαγνιστική τους δύναμη, αφημένοι με θάρρος στη φυλακή μας και ανακαλύπτοντας εκεί την ξεχασμένη μας ταυτότητα, μόνο τότε κατακτούμε το έμφυτο πάντα απόθεμα αγάπης που κρύβουμε μέσα μας και το οποίο απευθύνεται πρωτίστως στην ίδια μας την ύπαρξη.

Τότε, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο κύκλος μοιάζει πλέον με σπείρα. Και τούτη η σπείρα αρχίζει να μας οδηγεί σε μια άλλη ζωή, ούτε απαραίτητα ευτυχισμένη ούτε απαραίτητα δυστυχισμένη, αλλά εναρμονισμένη πάντως με το πεδίο της επιρροής της: το ανθρώπινο πεδίο, τις ανθρώπινες σχέσεις, τον περιβάλλοντα κόσμο που η νέα αυτή ζωή κατάφερε να επηρεάσει, σκορπώντας ολόγυρα την αγαπητική της ενέργεια.   

***

Θα ήθελα να εκφράσω το θαυμασμό μου για όλα εκείνα τα σημεία της αφήγησης όπου γίνεται φανερό πως κάποιος ψυχικός χείμαρρος μεταπλάθεται απευθείας σε λέξεις και προτάσεις, σε ιδέες και εικόνες, ίσως επειδή εκεί, στα σημεία αυτά, το βίωμα και η μυθοπλασία, η ζωή και δημιουργία βρήκαν τη χρυσή τους τομή, αποκαλύπτοντας όλα εκείνα που, κατά τον Μίλαν Κούντερα, «μόνο η λογοτεχνία μπορεί να πει».

Κι ωστόσο, σημασία για μένα δεν είχε τόσο το «πώς» αλλά το «τι» αυτού του βιβλίου.

Σημασία είχε ότι, κλείνοντας αυτό το βιβλίο, μπόρεσα επιτέλους να σημειολογήσω και έτσι να κατανοήσω το κεφαλαίο γράμμα στον τίτλο του εξωφύλλου του. Διότι μέχρι τη στιγμή της φυλάκισης, η λέξη «πάθος» έδινε την εντύπωση πως γραφόταν με μικρό «π». Δεν επρόκειτο για κάποια ανυψωτική διαδικασία αλλά για καθήλωση σε μια σειρά από τετριμμένες εξαρτήσεις, από τις οποίες υποφέρει το μεγαλύτερο ποσοστό της ανθρωπότητας και οι οποίες δεν παρουσιάζουν βέβαια ουδεμία πρωτοτυπία.  Από το σημείο ωστόσο της φυλάκισης και της ψυχικής μεταστροφής, η ίδια λέξη αρχίζει να γράφεται με κεφαλαίο «Π», ξεχωρίζοντας πλέον από τα κοινά, τα ομοιόμορφα και τα διαρκώς κορεσμένα πάθη της ζωής μας.

Εκ διαμέτρου αντίθετα από αυτά, το κεφαλαίο Πάθος, το Πάθος αναζήτησης του πνευματικού μας εαυτού, δεν θα μπορούσε ποτέ να κορεστεί. Δεν θα μπορούσε να ανταλλαχθεί με οτιδήποτε άλλο. Δεν θα μπορούσε να ομοιάσει με οτιδήποτε άλλο. Το κεφαλαίο Πάθος είναι αυτή ακριβώς η μοναδική κατάσταση όπου ο άνθρωπος καταφέρνει να υπερβεί τις παροδικές εκτονώσεις του σώματος, να αποδράσει από τις φυλακές του σώματος, να σταθεί ίσως πάνω και απ’ το ίδιο το τέλος του σώματος.

Το κεφαλαίο Πάθος –έτσι όπως το συλλαμβάνω από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου– δεν αφορά μόνο στα εγκόσμια. Δεν περιορίζεται μόνο στα τρωτά όρια της βιολογίας μας. Εκτείνεται και σ’ ένα διάστημα όπου, σύμφωνα με τα λόγια του ήρωα, «δεν υπάρχει το παρελθόν, δεν υπάρχει το μέλλον». Υπάρχει μόνο η άχρονη πορεία της σπείρας. Εκείνης που βρίσκεται μέσα στον καθένα από εμάς.

Comments

comments

About Kiss My GRass