Home / MAKE ME FEEL / Τι χρώμα έχει η ψυχή σου; – Αναστασία Κορινθίου

Τι χρώμα έχει η ψυχή σου; – Αναστασία Κορινθίου

17203055_10212416496352370_8508175243437298077_n

Δεν με νοιάζει τι χρώμα μάτια έχεις. Το χρώμα της ψυχής σου με αφορά.
Αυτό μετράει, αυτό μένει, αυτό δεν ξεχνιέται…

Τον συνάντησα πρώτη φορά σε ένα βρώμικο στενό στο Παρίσι…
Ξέρεις… από αυτά που μυρίζουν Γαλλική επανάσταση, από αυτά που ο έρωτας πληρώνεται και πληρώνει ακριβά το τίμημα μιας βρώμικης μάλλινης λευκής καλτσοδέτας, από αυτά που μυρίζεις πείνα, που γίνεσαι πείνα!
Ήταν καθισμένος κατάχαμα με ένα μπουκάλι τυλιγμένο σε χάρτινη σακούλα.
Ξέρεις… από αυτές τις καφέ, τις φτηνές, τις αλκοολικές… και ήταν όλος αλκοόλ και εθισμός και πάθος.
“Άλλος ένας κλοσάρ…”
“Γεμίσαμε αλήτες…”
“Πω πω τι θέαμα!”
Ναι… τι θέαμα!
Τι μάτια!
Μάτια που σε κοιτούσαν με έναν τρόπο αδιάκριτο και διακριτικό!
Πρόστυχο και ερωτικό!
Που σε χάιδευαν και σε χαστούκιζαν.
Που σε καλωσόριζαν και σε έφτυναν κατάμουτρα.

Φορούσε ρούχα μαύρα και ήταν όλος ένα σκοτάδι… τον κατάπινε το σκοτάδι και το κατάπινε κι αυτός.
Ήταν όλος μια νύχτα χωρίς φεγγάρι… χωρίς καν ουρανό να στηρίζει αστέρια!
Η βροχή που έπεφτε, αυτή η βροχή που μόνο στο Παρίσι πέφτει έτσι μονότονα, ρυθμικά, ερωτικά και αργά σαν στριπτίζ στο Μουλέν, έβρεχε το είναι του όλο και με έκανε να αφήσω την ομπρέλα μου ντροπιασμένη!
Από τότε… ποτέ δεν ξανακράτησα ομπρέλα.

Τον έβλεπα σαν υπνωτισμένη, με γήτευε και με γοήτευε η ηθελημένη εγκατάλειψή του…
Η προδομένη περηφάνια του!
Ποιος ήταν;
Που ήταν;
Που είχε πάει;
Που είχε ζήσει;
Τι είχε ζήσει;
Κενό…
Τοίχος…
Τοίχος με μούχλα και υγρασία που δεν γούσταρε να τον περάσεις…
Τοίχος αόρατος στους περαστικούς που δεν είχαν τίποτα να του πουν… που θα μπορούσε όμως τόσα πολλά να τους πει…
Αν ήθελε….
Δεν ήθελε.

Κάποιος του πέταξε ένα κέρμα… Γυάλισε λίγο αυτό πριν γίνει ένα με την λάσπη… αυτήν την ίδια λάσπη που κυλιούνται χρόνια τώρα, αιώνες τώρα, κορμιά στο Παρίσι του σκότους!
Ούτε μια ματιά δεν του χάρισε… Απλά συνέχισε να πίνει και να με κοιτά σκοτεινά, υπέροχα, πολύτιμα!
Νομίζω πως χαμογέλασε για λίγο και αυτό το χαμόγελο έγινε το Λούβρο μου, η Μόνα Λίζα μου, η δίκη μου μαγική στιγμή…
Ένα χαμόγελο τόσο αινιγματικό που έλεγε τα πάντα χωρίς να λέει τίποτα!

Ήξερα πως δεν ήθελε να του απλώσω το χέρι να σηκωθεί, γιατί αυτός γούσταρε να είναι ένα με την λάσπη, με την γη, με την ζήση, με τον πόνο που σου αφήνει στο κορμί το να κοιμάσαι καταγής και να θυμάσαι πως ήταν κάποτε τα στρώματα τα ακριβά του πληρωμένου έρωτα… του βιασμού μιας ψυχής… του ξεπουλήματος μιας συνείδησης… του ψεύτικου, κάποιων σατέν ακριβών σουτιέν που φορούν φτηνές γυναίκες!
Ζαρτιέρες μαύρες σε αφράτα λευκά μπούτια που δεν χαϊδεύονται, μα περιμένουν μια τσιμπιά σε ένα καμπαρέ, λίγο πριν ένα ποτό βιαστικό… άνοστο, άχρωμο, που απλά σε ζαλίζει και σε ξεχνά να ξεχαστείς!
Ήξερα πως δεν θα έπιανε το κέρμα του ελεήμονα περαστικού γιατί δεν πίστευε πια στα συντριβάνια των ευχών.
Αυτός, το μόνο που λαχταρούσε ήταν ένας σκοτεινός βυθός να πέσει με καρπίδι ξέπνοα, με μια ανάσα, την ανάσα ενός οργασμού, τον σπασμό μιας ηδονής και να χαθεί… να χαθεί στον βυθό του εγώ του! Να κάνει το σώμα του κέρμα για ευχή!
Τι όμορφο να γίνεσαι κέρμα ευχής… και όχι προσευχής “πουλημένης” σε παγκάρι!

Μισάνοιξε τα χείλη του και έβαλε ένα τσιγάρο.
Η βροχή έπεφτε.
Δεν το άναβε.
Με κοιτούσε και εγώ δεν διάβαζα τίποτα!
Πόσο όμορφο να μην διαβάζεις τίποτα… να είναι όλα λευκές σελίδες άγραφες.
Ημερολόγιο μυστικό… ακλείδωτο!
Τον πλησίασα.
Δεν κινήθηκε.
Έβγαλα από την τσάντα μου έναν αναπτήρα… (τι συνήθεια και αυτή… πάντα να κουβαλώ αναπτήρες, χωρίς να καπνίζω.)
Πήγα να του ανάψω το τσιγάρο.
Μου έπιασε το χέρι…
Το χέρι του μύριζε γη βρεγμένη μετά από βροχή!
Είχε δάχτυλα λεπτά σαν πιανίστας, σαν άντρας που έχει ξεφυλλίσει πολλά βιβλία… πολλά κορμιά!
Η βροχή έσβησε την φλόγα μα άναψε μια φλόγα στα μάτια του και όλο το Παρίσι, όλο το Παρίσι έγινε σκοτάδι για να γίνουν τα μάτια του κεριά!
Δυο μικρά ρεσώ κεριά που μου έταζαν αλήθειες!
Ήξερα…
Δεν μου άπλωσε το χέρι να τον σηκώσω…
Να κάτσω δίπλα του ήθελε ή μάλλον, πιο σωστά, να πέσω και εγώ!
Γιατί είναι όμορφοι οι έκπτωτοι άγγελοι!
Είναι όμορφα τα μικρά κεριά του έρωτα!

Οι λαμπάδες λιώνουν αργά, να γίνουν τάμα μα αυτά τα μικρά ρεσώ ζουν όσο παίρνει σε ένα ζευγάρι ξένων, να κάνουν έρωτα!
Να κάνουν ωτοστόπ στον έρωτα!
Ξένοι σε ένα σταυροδρόμι…
Θα με πάρεις;
Βουβό ναι… και το ταξίδι ξεκινά με μια νταλίκα φορτωμένη τύψεις και όνειρα και λάθη και πάθη…
Ωτοστόπ στον έρωτα!
Πάρε με…
Δεν μίλησε.
Δεν μίλησα.
Έκατσα ή μάλλον έπεσα δίπλα του σε αυτήν την χαρτονένια κούτα.
Πήρα το μπουκάλι από τα χέρια του και ήπια.
Μια κυρία με τσάντες πολυκαταστημάτων στα χέρια μου πέταξε ένα κέρμα.
Λίγο μετά αυτό βούλιαξε στην λάσπη.
Λίγο μετά βούλιαξα στην λάσπη και όλα όλα ήταν φως γεννημένο από το σκοτάδι!
Όλα ήταν Παρίσι…
Το δικό μας σκοτεινό Παρίσι που κάποιοι λιποτάκτες του έρωτα βάφτισαν ΦΩΣ.

(… μικρό απόσπασμα από το κεφαλαιο 19, σελίδα 232, από το μη δημοσιευμένο ακόμα βιβλίο της Αναστασίας Κορινθίου με τον τίτλο “ΠΟΡΤΑ”)

Comments

comments

About Αναστασία Κορινθίου

Γεννήθηκα στην Αθήνα όπου επέστρεψα πάλι μετά από 26 θαλασσινά χρόνια στην Ρόδο της καρδιάς μου! Βλέπεις στον… τόπο του εγκλήματος δεν επιστρέφουν μόνο οι δολοφόνοι αλλά και οι... ποιητές για να καταγράψουν ερωτικά εγκλήματα στα οποία όλοι είμαστε συνεργοί! Με λένε νεράιδα, εγώ νιώθω χαμίνι! Αγαπώ να… αγαπώ και ιδιαίτερα αυτούς που δεν ξέρουν πώς να αγαπιούνται! Αδύνατο σημείο μου που με κάνει δυνατή τα τρία υπέροχα παιδιά μου! Με βρίσκετε στα πιο ασυμβίβαστα στέκια, σε συννεφάκια από «πειραγμένο υλικό» και φυσικά στα βιβλία μου!