Home / MAKE ME FEEL / Τις νύχτες η πόλη στενεύει, κυρίως εκεί… κοντά στην καρδιά – Αναστασία Κορινθίου

Τις νύχτες η πόλη στενεύει, κυρίως εκεί… κοντά στην καρδιά – Αναστασία Κορινθίου

4

“Ήταν από αυτά τα βράδια που νομίζεις ότι η πόλη δεν ανασαίνει, που είσαι σίγουρη ότι οι τέσσερις τοίχοι γύρω σου κινούνται και συμπιέζουν ό,τι βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο.
Το ταβάνι έχει χάσει την… πολυλογία του και το κινητό σου εμμένει στις σιωπές που μεταφράζεις “χεσμένη με έχει ο μαλλλλάκας” (με το Λ βαρύ).
Ήταν απ’ αυτά τα βράδια που αισθάνεσαι ότι ναι, όλα πάνε σκατά κι εσύ ανήμπορη, αδύναμη και άβουλη από επιλογή, δεν έχεις τον τρόπο, το know how και -εν τέλει- τη διάθεση να αντισταθείς. (για να είμαστε και ειλικρινείς γουσταρεις που βουλιάζεις στο… τέλμα του καναπέ με τον λεκέ από καφέ εκεί στην άκρη)

Στη δουλειά πίεση.
Κρύο. (Σιγά μη βάλουν πετρέλαιο )
Nεύρα και νευρωτικά χαμόγελα…
Καλημερα αφεντικό.
Μετάφραση “Άντε γαμήσου, μαλάκα.”
Στενό μαρκάρισμα και από τη μαμά.
Γιατί στην Ελλάδα όλα αλλάζουν μα ένα μένει ίδιο.
Η νευρωτική μανούλα με το μαλλί λάχανο και τον λαχανοντολμά στο τάπερ!
Τι κι αν μένεις μόνη σου πια, τι και αν χώρισες… εκείνη δεν φεύγει στιγμή από κοντά σου.
Νύχτα μέρα επαναλαμβάνει το ίδιο τροπάρι!
«Έβαλες σκούπα;», «Ποτέ θα έρθεις να με δεις;», «Τι θέλεις μ’ αυτόν;» «Αυτός δεν κάνει για σένα, δεν είναι για οικογένεια», «Εσύ δεν έχεις καμία δουλειά μαζί του», «Σε κοροϊδεύει», »Γυρίζει με άλλες, όλοι το ξέρουν εσύ χαμπάρι», «Ξύπνα και βρες έναν άνθρωπο να νοικοκυρευτείς, δεν σε πήραν δα τα χρόνια».
Τα χρόνια δεν σε πήραν μα εσύ τα «έχεις πάρει» στο κρανίο!

– Παράτα μας, ρε μάνα.
Και το τι κάνω εγώ στη ζωή μου και με ποιον είμαι, είναι δική μου υπόθεση!
Είναι δική σου υπόθεση τελικά;
Μήπως η αγάπη ήταν πάντα υπόθεση για… τρεις;
Μήπως η αγάπη είναι απλά ατέλειωτες ώρες στο τηλέφωνο και άπειρα SMS;
Μήπως είναι καψουροτράγουδα και Παντελίδης, βόλτες στην παραλιακή με ένα τσιγάρο και ένα ραντάκι χωρίς σουτιέν;
Αυτό που συνειδητοποίησα είναι ότι στην εποχή μας ο έρωτας καθορίζεται από την απάντηση σ’ ένα μήνυμα στο κινητό , από μια κοινοποίηση στο facebook τύπου:
«Nα δες… για να ποστάρει αυτό το τραγούδι κάτι θέλει να μου πει!»
Θέλει…
Και απόψε που σε θέλω τόσο;
Που θέλω να με κρατήσεις αγκαλιά, να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, να με φιλάς και να μου λες ότι «όλα θα πάνε καλά».
Πού είσαι;
Σε μια εποχή που όλοι πηδιούνται γιατί εμάς απλά να μην μας βρει το ξημέρωμα να μεθάμε με λόγια;
Πόσο θα μείνεις πες μου..
Να κάνω καφέ ή όνειρα;

Αγαπημένη Αλκυόνη… Πόσα είπες και αυτός μούγκα!
Πες μου! Σιωπή…
– Άι στα κομμάτια και συ…
Ο κόμπος φτάνει στο χτένι και αχτένιστη βγαίνεις έξω!
Οι ακραίες καταστάσεις θέλουν και ακραίες πράξεις. Θα πας μόνη για ένα ποτό.
Για δύο , για τρία…δεν γαμιέται!
Φοράς το μαύρο τάχα μου απλό φόρεμα που τα διαγράφει όλα και ειδικά… την αξιοπρέπειά σου και αμέσως η μάνα σου έρχεται σαν φωνούλα συνείδησης – συναγερμού:
(«Μια κοπέλα δεν πάει μόνη της στα μπαρ έκτος εάν…»)
(- Α παράτα μας, ρε μάνα.)
(«θα σε πουν πουτάνα»)
(«μάνα φύγε από το κεφάλι μου και το γονιδιακό μου σύμπλεγμα που με γεμίζει συμπλέγματα»).
Μπαίνεις στο μπαρ!
Η μόνη… μόνη!
Η αλήθεια είναι ότι δεν νιώθεις  άνετα, λες και τα βλέμματα είναι όλα στραμμένα πάνω σου.
Λες και το «γυναίκα μόνη , έξω» σημαίνει «γυναίκα ψάχνει κρεβάτι»!
(«Στα έλεγα εγώ…πουτάνα θα σε πουν»)
(- Παράτα με, μάνα…)
Όπως πίνεις την μαργαρίτα σε πίνουν με τα μάτια και αναρωτιούνται αν την… μαδάς κιόλας!
Ο dj βάζει ένα τραγούδι σαν απειλή σε όσα έρχονται και τα προκαλείς μόνη σου χωρίς εγχειρίδιο για οδηγίες καταστροφής.
«don’t say a word while we dance with the devil…»
– Άντε γαμήσου κι εσύ, βαλτός είσαι ή κάνεις παρέα με την μάνα μου;

Μια μαργαρίτα έρχεται δίπλα σου και το άρωμα του million που θα το αναγνώριζες από χιλιόμετρα μακριά (το φορούσε και ο μαλλλλακας) εισβάλει επιθετικά στο είναι σου και τις αναμνήσεις που πονάνε.
– Όταν μια όμορφη γυναίκα σαν εσένα πίνει μόνη σ’ ένα μπαρ είναι ντροπή για όλους τους άνδρες του κόσμου που σέβονται τον εαυτό τους. Σε παρακαλώ να δεχθείς το κέρασμα!
Τον κοιτάς.
Γύρω στα σαράντα, με τριμαρισμένο μούσι, μαλλιά γκρίζα, μπυρόκοιλο, ντύσιμο άνετο και μοντέρνο και μάτια υγρά. Το να πιάσεις  κουβέντα με έναν άγνωστο είναι το τελευταίο που θέλεις τώρα. Αλλά οι λέξεις που έχει  επιλέξει να πει ή έχει επαναλάβει άπειρες φορές σαν ποιηματάκι της 28ης  κάτι σου κάνουν!
(«θα σου έλεγα τι θέλει να σου κάνει μα έχε χάρη….»)
(« μάνα πήγαινε βάλε κάνα πλυντήριο) Πίνεις  μια γερή γουλιά και τον κοιτάς  σχεδόν προκλητικά στα μάτια!
(«Μα, καλά, τι κανείς…;»)
(«Παράτα μας, μάνα. Φτιάξε μουσακά».)
– Καταλαβαίνω ότι στις προθέσεις σου ήταν να πιεις μόνη, μόνο ένα ποτό και να φύγεις. Όμως είναι κρίμα. Αυτή η πόλη δεν είναι ευγενική με τους μοναχικούς ανθρώπους όμορφη μου!
Ναι, είναι από τις σπάνιες φορές που η επιλογή των λέξεων μπορεί να είναι πιο σημαντική από ότι η αύρα ενός ανθρώπου. (κοινώς το πόσο παίδαρος είναι ο άλλος).
-Όντως… Να μια ευκαιρία λοιπόν να μην είμαστε μόνοι για ένα βράδυ!
(“Μα, για τον Θεό. Δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Συμπεριφέρεσαι σαν…”)
(«Α παράτα μας, ρε μάνα λέμε… Είδαμε και τα χαΐρια μας σαν κιουρίες. Πλέξε καμιά προίκα για τα εγγόνια που θα σου κάνω στο μέλλον και σουτ»)
Μου αρέσει να τον ακούω να μιλά. Το κινητό βλέπεις παρέμενε σιωπηλό!
Τo messenger το ίδιο!
Και αυτός μιλάει… Μιλάει πολύ γαμώ την τρέλα και την μοναξιά μου.
Με ξεκουράζει, με κάνει να ξεχνάω τις άλλες σιωπές.
Όποτε χρειαζόταν απαντούσα λακωνικά. Σιγά-σιγά, μαργαρίτα την μαργαρίτα άρχισα να λύνομαι μπας και τον δέσω… Του τα είπα όλα.
Τον ρώτησα για όλα…
Γιατί οι άνδρες έχουν ξεχάσει να φλερτάρουν, πια;
Γιατί το κλασικό όμορφο φλερτ έχει πεθάνει;
Γιατί νομίζουν πως είμαστε σουφραζέτες με διάθεση να κάψουμε το σουτιέν μας στο Σύνταγμα; (γαμώτο σουτιέν φόρεσα ή βγήκα έτσι έξω; Μάνα, κιχ τσιμουδιά δεν θέλω)
Όλα τρέχουν σε ρυθμούς 4G και κανείς δεν ασχολείται με το σημείο G μας! (ξέρεις, αυτό στα… αυτιά; )
Οι προσωπικές σχέσεις αντικατοπτρίζονται πια από τον αριθμό των φίλων στο Facebook και τους followers στο Twitter. 
5000 φίλοι !!!
Τι λες ρε μεγάλε και στην κανονική ζωή πόσοι;
Ένας, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε!
Ρίξε μια μούτζα να το χαρώ!

Ίσως φταίμε κι εμείς οι γυναίκες που κάναμε το παν για να δείξουμε στο άλλο φύλο ότι δεν το έχουμε ανάγκη.
Τους το αποδείξαμε και κοινωνικά και εργασιακά ότι ο άντρας δεν είναι πια από πάνω. Στο sex δε… λύσσα κακιά να είμαστε και εκεί από πάνω κι ας πιάνεται η μέση κι ας πονάς!
Εκεί… συντριβανάτο που έλεγε και η γιαγιά!
Είναι βέβαιο ότι τα… αγοράκια έχασαν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους.
Όπως λέει και μια φίλη μου, δεν είναι τυχαίο ότι πλέον αφήνουμε στους άντρες απλά να νομίζουν ότι έχουν την πρωτοβουλία. 
Στην πραγματικότητα ακόμη και στις εξόδους μας που σαν την έξοδο του Μωυσή κατάντησαν, ποτέ δεν θα μας πλησιάσει κάποιος αν δεν τον κοιτάξουμε εμείς πρώτα, ώστε να νιώσει ότι έχει το ελεύθερο να προχωρήσει.

Δεν το κατάλαβα πώς κύλησε έτσι γρήγορα η ώρα.
-Πήγε τρεις και αύριο δουλεύω…
Το σύμπαν κυρίως…
Έπρεπε να φύγω, αν και δεν το ήθελα. Η συζήτησή και το άρωμά του με είχαν συνεπάρει. Σηκώθηκα με βαριά καρδιά και ακόμη πιο βαρύ σώμα. Άπλωσα το χέρι μου για μια τυπική ευγενική χειραψία αν και αισθανόμουν ότι αυτό ήταν πολύ λίγο σε σχέση με αυτά που ήθελα να «κάνω μαζί του». Συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα καν το όνομά του.
Σαν να διαβάζει τις σκέψεις μου, ψιθυρίζει στο αυτί μου…
– Απόψε δεν έχουν σημασία τα ονόματα μωρό μου. (κοινώς αύριο δεν θα θυμάμαι ούτως ή άλλως πως σε λένε) Αυτή δεν ήταν μια κοινωνική συνάντηση, ήταν μια μυσταγωγία. Ανταλλάξαμε τις σκέψεις και τα όνειρά μας. (ώρα να ανταλλάξουμε και σωματικά υγρά μη και πάνε τζάμπα όσα ήπιαμε) Είναι ανάρμοστο τώρα να αλλάξουμε απλά τις κάρτες μας. (είναι ανάρμοστο να φύγεις και να έχασα απλά χρόνο μαζί σου, αύριο θα βγει η γυναίκα μου και εγώ θα κρατάω τα παιδιά στο σπίτι βλέποντας CSI) Μπορεί αύριο να μη θυμόμαστε λεπτομέρειες από αυτά που είπαμε, αλλά είναι σίγουρο ότι δεν θα ξεχάσουμε πόσο όμορφα αισθανθήκαμε (αυτοκίνητο , ξενοδοχείο ή σπίτι σου;)
Μου τα έλεγε όλα αυτά κρατώντας το χέρι μου και δεν έκανα καμιά προσπάθεια να το τραβήξω κι ας άκουγα και όλα όσα δεν έλεγε!
Ήπια την τελευταία γουλιά από την μαργαρίτα…
Πάμε;
Πάμε!
(«…»)

Ναι… Η μάνα μου σίγουρα θα με έλεγε πουτάνα
Εγώ είπα πουτάνα την ζωή και βγήκα στην νύχτα.
Και η πόλη επέμενε να στενεύει.
Κυρίως στο στήθος… κοντά στην καρδιά.

(απόσπασμα από ανέκδοτο βιβλίο της Αναστασίας Κορινθίου)

Comments

comments

About Αναστασία Κορινθίου

Γεννήθηκα στην Αθήνα όπου επέστρεψα πάλι μετά από 26 θαλασσινά χρόνια στην Ρόδο της καρδιάς μου! Βλέπεις στον… τόπο του εγκλήματος δεν επιστρέφουν μόνο οι δολοφόνοι αλλά και οι... ποιητές για να καταγράψουν ερωτικά εγκλήματα στα οποία όλοι είμαστε συνεργοί! Με λένε νεράιδα, εγώ νιώθω χαμίνι! Αγαπώ να… αγαπώ και ιδιαίτερα αυτούς που δεν ξέρουν πώς να αγαπιούνται! Αδύνατο σημείο μου που με κάνει δυνατή τα τρία υπέροχα παιδιά μου! Με βρίσκετε στα πιο ασυμβίβαστα στέκια, σε συννεφάκια από «πειραγμένο υλικό» και φυσικά στα βιβλία μου!