Home / MAKE ME FEEL / Το παλτό – Eleni Q

Το παλτό – Eleni Q

16443603_10211738152149655_2140702109_n

Αν έπρεπε να τον περιγράψω με λίγες λέξεις ίσως θα έλεγα: αλλόκοτος, σκοτεινός, αναπάντεχος. Το μόνο σίγουρο; Tα έδρανα όταν αγόρευε ήταν πάντα γεμάτα. Ίσως γιατί τα λόγια του απείχαν πολύ απ’ αυτά που υπαγόρευαν τα βιβλία. Είχε έναν μοναδικό τρόπο να δίνει μαθήματα ζωής λες και στα πενήντα τόσα του χρόνια τα είχε ζήσει όλα στο μέγιστο. Η εμφάνιση του δεν προσέδιδε καμία επισημότητα, το αντίθετο θα έλεγα. Τα ρούχα του ήταν τόσο τυχαία βαλμένα λες και δεν τον ενδιέφερε καθόλου η έννοια του συνδυασμού. Πουκάμισα με μεγάλα καρό, φτηνά t-shirts, παντελόνια σε λάθος μήκος. Από πάνω πάντα ένα σταχτί φαρδύ παλτό που από την πολλή χρήση ήταν γεμάτο κόμπους μαλλιού.

Οι συμφοιτητές μου συχνά γελούσαν μ’ αυτό αλλά ποτέ μα ποτέ δεν σχολίασαν υποτιμητικά τον κάτοχό του. Αυτός ο άνθρωπος έπαιζε στην κυριολεξία με τα μυαλά μας. Ανέτρεπε τα δεδομένα μας. Γι’ αυτόν δεν υπήρχαν ταμπού και στερεότυπα. Ό,τι θεωρούσες πως ήξερες καλά μπορούσε σε μια στιγμή να το ανατρέψει.

Εγώ εκείνο τον καιρό ήμουν μόλις 26 ετών. Το γεγονός πως έπρεπε από μικρή να δουλεύω είχε καθυστερήσει πολύ την αποφοίτηση μου, πράγμα που πάντα με έκανε να νιώθω εξαιρετικά άβολα και να ρίχνει την ήδη χαμηλή αυτοεκτίμηση μου στα τάρταρα. Δεν ήμουν ποτέ επιεικής με τον εαυτό μου, ωστόσο με τους άλλους ήμουν πάντα ανεκτική και γεμάτη κατανόηση. Η σχέση μου με τον Παύλο ήταν σαν να υπήρχε από πάντα. Μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, ήμασταν συμμαθητές στο σχολείο, στην εφηβεία πειραματιστήκαμε μαζί, δώσαμε μαζί πανελλήνιες και συγκατοικούσαμε εδώ και αρκετά χρόνια. Στον Παύλο έβλεπα πάντα τον πατέρα που δεν γνώρισα. Πολλές φορές κατανοούσα πως τον είχα εξιδανικεύσει λόγω της ανάγκης μου για συντροφιά.

Στην ουσία ποτέ δεν υπήρξε έρωτας μεταξύ μας, μόνο αγάπη που λίγο απείχε από την ρουτίνα. Η σεξουαλική μας σχέση είχε αποδημήσει εδώ και τρία περίπου χρόνια και κανείς μας δεν επιδίωκε να αναβιώσει. Δεν πίστεψα ποτέ μου στον έρωτα, μόνο στη συνύπαρξη ανθρώπων που ήθελαν να πνίγουν τις μοναξιές τους.

Τελευταία είχα αρχίσει να νιώθω πως τελικά δυο μοναξιές βαλμένες μαζί είναι πολύ χειρότερες από μια, μιας και η μοναδική μας επικοινωνία ήταν η εξόφληση λογαριασμών, τα ψώνια του σούπερ μάρκετ και η καθαριότητα του σπιτιού. Ωστόσο, φορές ένιωθα τυχερή που υπάρχει αυτός ο άνθρωπος δίπλα μου κι αυτή η αβίαστη οικειότητα με έκανε να αισθάνομαι αποδεκτή και συχνά ανέμελη.

Υπήρχαν όμως και βράδια που σε κάθε ροχαλητό του αναρωτιόμουν αν υπάρχει στ’ αλήθεια αυτός ο έρωτας που σε τρελαίνει, που κάνει τα μάγουλα σου να λάμπουν, που σου δίνει ενέργεια και δύναμη να δοκιμάσεις τα πιο απίθανα. Με μιας ακύρωνα τις αναζητήσεις μου αυτές σκεπτόμενη πως βλέπω πολλές ταινίες και πιεζόμουν να κοιμηθώ. Δεν θα τολμούσα ποτέ να χωρίσω μαζί του, μερικές φορές όμως ένιωθα πως αν ο ίδιος ήθελε να χωρίσουμε θα αισθανόμουν ανακούφιση. Ίσως το ίδιο σκεφτόταν κι αυτός για μένα. Βαριά η συνήθεια, δύσκολο να σπάσει, πόσες φορές άνθρωποι είναι μαζί έτσι, η ζωή τους διεκπεραιωτική, έλεγα μέσα μου, για να νιώσω καλύτερα με τη συνείδησή μου…

Οι εργασίες που μας έδινε φαίνονταν πάντα απλές, σαν μια σκέτη έκθεση ιδεών σαν αυτές που γράφαμε στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού. Μας προέτρεπε να εκτεθούμε για να βρούμε πράγματα μέσα μας. Πράγματα βαθιά κρυμμένα. Σε μια απ’ αυτές με θέμα τον έρωτα πιέστηκα πολύ να γράψω κάτι δικό μου μιας και η μηδαμινή μου εμπειρία έκανε τα γραφόμενα μου να φαντάζουν πολύ τεχνητά. Διάβασα πολλές επιστολές του Jean Paul Sartre στη Simone de Beauvoir  καθώς επίσης λόρδο Βύρωνα, John Keats και όποιον ρομαντικό ποιητή μου ερχόταν στο μυαλό και κατασκεύασα ένα συνονθύλευμα όλων αυτών με ελάχιστες δικές μου σκέψεις. Ντρεπόμουν γι’ αυτό μα έπρεπε κάτι να παρουσιάσω. Κάτι αξιοπρεπές. Αφότου τα έδρανα είχαν σχεδόν αδειάσει με έκπληξη τον άκουσα να φωνάζει το όνομά μου. Κατακοκκίνισα απ’ τη ντροπή και πλησίασα δειλά.

Έχετε ποτέ διαβάσει Πλάτωνα; Tο Συμπόσιο του Πλάτωνα;» με ρώτησε καρφώνοντας τα μάτια του στα δικά μου.

Προς στιγμήν ένιωσα κεραυνοβολημένη. Έντρομη που ποτέ δεν είχα αξιωθεί να διαβάσω Πλάτωνα και πλέον σίγουρη πως θα αντιμετώπιζα την απαξίωση του ψέλλισα:

Όχι δεν έτυχε».

-«Πολύ ωραία» απάντησε εκείνος και νομίζω πως διέκρινα μια υποψία χαμόγελου στα χείλη του, ίσως να έκανα και λάθος όμως στην λαχτάρα μου να ήταν όντως χαμόγελο.

Πάντα μ’ αρέσει να διηγούμαι τον Αριστοφανικό μύθο του Συμποσίου, κάθε φορά που τον ξεστομίζω νιώθω σαν να ανοίγω τα μάτια του ακροατή μου για το ποιος είναι ο στόχος μας στην πολύ μικρή αυτή ζωή» μου είπε και τώρα ήμουν βέβαιη, χαμογέλασε.

Με πικρία όμως… Χωρίς να περιμένει να πω κάτι ξεκίνησε την αφήγησή του κοιτώντας έξω από το παράθυρο, πέρα από την μουντή πόλη, πέρα από την γη, ως το φεγγάρι σίγουρα έφτανε το βλέμμα του, το ίδιο υποθέτω και ο λογισμός του.

Τα παλιά τα χρόνια, η ανθρώπινη φύση διέφερε από την τωρινή. Εκτός από τα δύο φύλα που τώρα ξέρουμε υπήρχε κι ένα τρίτο που σύμφωνα με τον Αριστοφάνη λεγόταν ανδρόγυνο. Ήταν σαν γυναίκα και άνδρας μαζί. Αυτό το ον λοιπόν είχε ένα κεφάλι με δύο πρόσωπα, οχτώ άκρα, τέσσερα αυτιά και δύο γεννητικά όργανα. Περπατούσε όπως κι ένας κανονικός άνθρωπος αλλά αν ήθελε να τρέξει κινούνταν σαν ρόδα και κατρακυλούσε στις πλαγιές των βουνών. Το ανδρόγυνο είχε απίστευτη δύναμη και τέτοια αυτοπεποίθηση και αλαζονεία που τα έβαζε ακόμα και με τους Θεούς. Ο Δίας λοιπόν, θέλησε να αποδυναμώσει τα ανδρόγυνα και η φρικαλέα ιδέα του ήταν να τα σκίσει στα δύο με ακρίβεια. Φώναξε τον Απόλλωνα να τον βοηθήσει σ’ αυτήν την εγχείρηση ο οποίος έστρεφε τα πρόσωπα τους προς την τομή για να την βλέπουν και να τρομάζουν. Τραβούσε το δέρμα και το έδενε στο σημείο του αφαλού. Αυτά προσπαθώντας να παραμείνουν μαζί σαν ένα, αγκαλιάζονταν σφιχτά με αποτέλεσμα να πεθαίνουν από την πείνα γιατί δεν έκαναν τίποτε άλλο. Ο Δίας, ο οποίος είχε και τις ευαισθησίες του, ένιωσε οίκτο, γι’ αυτό λοιπόν μετακίνησε μπροστά τα γεννητικά όργανά τους ούτως ώστε μέσω της συνουσίας να εκτονώνονται και να επιστρέφουν στις δουλειές τους»

Έκανε μια παύση και γύρισε τα μάτια προς το μέρος μου. Αίφνης είδα μέσα τους μια νοσταλγία, σαν αυτή του ναυαγού που αναρωτιέται αν ποτέ θα αξιωθεί να δει ξανά τα αγαπημένα του πρόσωπα. Αισθάνθηκα αμήχανα, έβαλα το τσιγάρο στα χείλη μου για να συνειδητοποιήσω πως είχε εντελώς καεί και η τελευταία στάχτη του κρεμόταν αξιοθρήνητα στην άκρη του φίλτρου. Είμαι σίγουρη πως ούτε καν το κατάλαβε χαμένος στην σκέψη του.

Έκτοτε λοιπόν, σκοπός της ζωής μας, κάθε ώρα και κάθε λεπτό που περνά είναι να βρούμε ξανά το άλλο μας μισό το οποίο μπορεί να βρίσκεται οπουδήποτε… πολύ κοντά ή πολύ μακριά μας. Αυτό και μόνο μπορεί να μας ολοκληρώσει και να μας ηρεμήσει. Το μόνο σίγουρο είναι πως αν το συναντήσουμε δεν θα χρειαστεί καν να ανταλλάξουμε κουβέντα, στα μάτια θα το δούμε μόνο πως αυτός είναι ο άνθρωπος μας. Θα νιώσουμε απευθείας μια απέραντη οικειότητα και μια ζεστασιά να, σαν αυτή που νιώθω φορώντας τούτο εδώ το παλτό. Σαν να τον γνωρίζαμε χρόνια σαν να μην είχαμε ζήσει ποτέ μακριά του…»

Κάμποσα δευτερόλεπτα σιγής ακολούθησαν. Τον παρακολούθησα να σφίγγεται στο πολύτιμο αυτό παλτό σαν μωρό που χώνεται στην αγκαλιά της μάνας και τα μάτια μου παρατήρησαν τα δάχτυλά του που το χάιδευαν με λεπτότητα και τρυφερότητα λες κι ήταν ο πιο ευαίσθητος μίσχος λουλουδιού.

 

Μου απηύθυνε τον λόγο χωρίς όμως να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την απόκρισή μου.

Ξέρεις πόσο τυχερός και μοναδικός νιώθω που αξιώθηκα να βρω το άλλο μου μισό; Ξέρεις πόσο μεγάλη είναι η ευλογία να ενώνεσαι με έναν άνθρωπο που διαισθάνεται τα λόγια της ψυχής σου χωρίς να πεις ούτε μισή λέξη; Άραγε έχεις ποτέ σου νιώσει πως δεν θα ήθελες ποτέ να χωριστείς από έναν άνθρωπο, ούτε καν από τον ίδιο τον θάνατο

Μμ όχι..» ψιθύρισα δειλά νιώθοντας πλέον εκτός από αποδέκτης και εμπόδιο στον ειρμό των λόγων του.

Αυτό το παλτό είναι δικό μας, το αγοράσαμε μαζί, το φορούσαμε μέρα παρά μέρα, έτσι και οι στιγμές που μας χώριζαν δεν ήταν τόσο οδυνηρές γιατί σ’ αυτό μυρίζαμε ο ένας τον άλλον. Είχαμε πολλά πράγματα από κοινού, σχεδόν όλα, αυτό όμως ήταν η δεύτερη σάρκα μας, το κορμί του άλλου πάνω μας τις ώρες που δεν ήταν κοντά. Τώρα, δυστυχώς το φοράω μόνο εγώ, δεν υπάρχει αυτή για να το μοιραστώ, τυλιγμένος όμως στο ύφασμά του η θαλπωρή της με συντροφεύει. Στις τσέπες του, να, υπάρχει ακόμα σουσάμι από το κουλούρι που συνήθιζε να αγοράζει. Όχι, το παλτό δεν είναι απλά ενθύμιο της γιατί δεν χρειάζομαι τίποτα να μου την θυμίζει.. υπάρχει χαραγμένη στο είναι μου τόσο ανεξίτηλα βαθιά, όσο κανένα συναίσθημα και καμία σκέψη που μπορεί να περιγράφει με λόγια…»

Φέρνοντας στο μυαλό μου αυτά που με βασάνιζαν, την σχεδόν μαζοχιστική σχέση που είχα αναπτύξει και συντηρήσει με οδηγό την ανασφάλειά μου, ένιωσα ασήμαντη και ποταπή σαν πατημένο σκουλήκι μπροστά στο μεγαλείο του έρωτα που μόλις είχα γίνει ακροάτρια. Ξαφνικά αυτά που είχα ακούσει αλλά περισσότερο η χροιά που τα χρωμάτιζε αποτελούσαν για μένα την πιο σημαντική διάλεξη της ζωής μου. Κι αυτός από ψυχρός ομιλητής, πορωμένος με την επιστήμη του, φάνταζε μπρος μου ένας απλός άνθρωπος, μια πληγωμένη καρδιά που έκανε παρέα στην δική μου.

Ήταν το φεγγάρι, η νοσταλγία, η απώλεια, που με έκαναν μάρτυρα μιας γυαλιστερής σταγόνας που κατρακύλησε ανεξέλεγκτη στο μάγουλό του.

Σηκώθηκα από το έδρανο λίγο αδέξια, ο κρότος του ξύλου ράγισε την σιωπή και μ’ έκανε να πνιγώ στην ντροπή μου ακόμα πιο πολύ.

Γράπωσα την τσάντα μου και έτρεξα προς την έξοδο. Δεν θα γύριζα σπίτι απόψε. Ούτε  στον Παύλο, στην τηλεόραση, στο ποτήρι κρασί, στα κομμένα τσιγάρα.

Θα πήγαινα εκεί έξω… στο απατηλό αλλά και ελπιδοφόρο άγνωστο…

16441333_10211738153149680_412006390_n

Comments

comments

About Eleni Q

Με λένε Ελένη, ενίοτε και αλλιώς αλλά κυρίως έτσι. Μ΄ αρέσει να γράφω, να χορεύω, να γελάω. Δεν μ’ αρέσει να με γράφουν, να με χορεύουν (στο ταψί), να με ξε-γελούν. Μ’ αρέσει η αλητεία, τα φευγαλέα αγγίγματα, οι σφιχτές αγκαλιές, οι άδειοι δρόμοι τα ξημερώματα. Λατρεύω τον αυθορμητισμό, την τρέλα, σιχαίνομαι τις λέξεις ίσως, μπορεί, θα δούμε και δεν ξέρω. Αγαπημένα μου ρητά : «Κι αν κελαηδάει η οχιά, δεν είναι καρδερίνα» και «Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι». Μισώ τους δήθεν, τις γκρινιάρες, τους αναποφάσιστους, τους συγκρατημένους. Όνειρό μου : ν’ αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι. Απωθημένο μου : ένα σπίτι με κήπο. Καταγωγή μου : Mικρασία. Πόνος μου : να μην με καταλαβαίνουν. Ευχή μου : κάποιος να διάβασε όλο αυτό και να χαμογέλασε…