Home / POINT OF U / Alessandro & Λουΐζα, φινάλε… – Roberto Colubra

Alessandro & Λουΐζα, φινάλε… – Roberto Colubra

sad-witch

Παρασκευή πρωί, συμφωνώ τις τελευταίες λεπτομέρειες της συνεργασίας μου με την Ανδριάνα. Ομιλούντες χαμηλοφώνως και ηδυμελιφθόγγως, αμφότεροι και οι δύο, σιωπηλά, ανυπομονούμεν δια το επικείμενον Σαββατοκύριακον. Μας αναμένει ιστιοπλοϊκόν, ομού μετά της παρέας ημών.

Όταν οι θνητοί κάνουμε σχέδια, το Σχέδιον γελάει μαζί μας.

Η φωνή της Αντιγόνης στο εσωτερικό τηλέφωνο με επαναφέρει στην πραγματικότητα: «Roberto, έλα αμέσως στο γραφείο σου. Έχεις μήνυμα στο κινητό σου.»

Αυτή ποτέ δεν διακόπτει, χωρίς να υπάρχει σοβαρότατος λόγος. Σπεύδω λοιπόν πάραυτα, για να δω το μήνυμα.

“ATH-EV, Phenom100-Gigi, 2mow Sat-08:00 sharp; Alessandro; PLZ cnf ASAP-Luisa!”

Μετάφραση: «Παράτα ό,τι κάνεις! Αύριο Σάββατο πρωί, ακριβώς στις 08:00, σε περιμένει στο Ελ.Βενιζέλος ο Gigi με το αεροπλάνο μου. Το θέμα αφορά στον Alessandro. Επιβεβαίωσε αμέσως! Σε χρειάζομαι, Λουΐζα!»

Απαντώ «ΟΚ!», ακυρώνω τα πάντα και την επομένη, ήδη από τις 07:50, έχω προσδεθεί στην θέση του συγκυβερνήτη στο Phenom100  της αγαπημένης μου Λουΐζας.

Μόλις φτάσαμε σε υψόμετρο κανονικής πτήσης, ερωτώ τον Gigi:

«Ρώμη;»

«Κάπρι», απαντά μονολεκτικά.

«Ώπα ρε πιλότε, θα με πετάξεις από το αεροπλάνο με αλεξίπτωτο; Πότε απέκτησε το Κάπρι αεροδρόμιο;» του λέω, μπας και γελάσει o γρουσούζης.

Luisa AF One (Embraer Phenom100)

«Νάπολι και μετά με ελικόπτερο για Κάπρι» γρυλλίζει, καθώς μου κάνει νεύμα να τσεκάρω το morning suit  που ήταν κρεμασμένο στην καμπίνα. Ξέρετε, αυτό που Ελληνικά ονομάζουμε «Κουστούμι φράκο με ουρά».

Μάλιστα! Η θεοπάλαβη μου έστειλε και την απαραίτητη ενδυμασία. Πλάκα θα έχει να παντρεύεται τον Alessandro και να μου το κρατούσε έκπληξη. Έγειρα πίσω αναπαυτικά και μέχρι να φτάσουμε στο Κάπρι, έκανα εικόνες για ένα σούπερ Σαββατοκύριακο με τη Λουΐζα νύφη. Εξαιρετικό σκηνικό για να γνωρίσω επιτέλους τον περίφημο Alessandro.

Όταν οι θνητοί κάνουμε σχέδια, το Σχέδιον γελάει μαζί μας.

Φθάνοντας στο εξοχικό της φίλης μου, κάτι δεν μου άρεσε. Μόνο οι αγαπημένοι της γλάροι πετούσαν πάνω από τα βράχια. Άνθρωπος πουθενά. Στον δρόμο ούτε γάτα.

Με το που την αντίκρυσα, μου κόπηκαν τα πόδια. Τσιγάρο στο ένα χέρι, το γνωστό ροζάριο του Alessandro στο άλλο. Μάτια πρησμένα από το κλάμα και σίγουρα νηστική για 3-4 μέρες. Ίσα που κατάφερε να με αγκαλιάσει και να με φιλήσει. Με πήγε μέχρι τον ξενώνα και με παρακάλεσε να  τακτοποιηθώ γρήγορα, για να την συναντήσω στη βεράντα.

Μόλις εμφανίστηκα, πριν καλά καλά καθήσω, μου δίνει ένα βιβλίο. Μαζί με αυτό και μια κόλλα χαρτί, τσαλακωμένη μεν, αλλά διπλωμένη προσεκτικά στα τέσσερα. Έμοιαζε για χειρόγραφο γράμμα.

«Από τον Alessandro», μου λέει, «ήρθαν πριν 10 μέρες».

Αναθάρρησα! Γκομενικό το θέμα, σκέφτηκα. Ουδέν γκομενικόν δυσεπίλυτον δια τον Φίδην.

«Διάβασε το γράμμα», μου λέει κοφτά, «Μεγαλόφωνα σε παρακαλώ!»

Αμ’ έπος αμ’ έργον. Βεβαίως!

«Αγαπημένη μου Λουΐζα,

Όπως ξέρεις, τις υποσχέσεις μου τις τηρώ. Το βιβλιαράκι αυτό στο είχα υποσχεθεί. Το βρήκα, επιτέλους, πριν λίγες μέρες σε δημοπρασία. Ελπίζω να το απολαύσεις. «Ο Σοφοκλής στους Γερμανούς Φιλοσόφους του 16ου αιώνα» είναι ένα πραγματικά σπάνιο βιβλίο.

Τώρα, θέλω να σου γράψω κάτι διαφορετικό. Επιθυμούσα να στο πω πρόσωπο με πρόσωπο, αλλά, δυστυχώς, δεν μου έδωσες ποτέ την ευκαιρία.

Λοιπόν…

Σου χρωστώ μια συγγνώμη. Όχι για κάτι που έκανα, ούτε για κάτι που δεν τήρησα.

Μια συγγνώμη επειδή παρασύρθηκα. Δεν κράτησα το μέτρο και την απόσταση, που ήξερα ότι χρειάζεσαι.

Μια συγγνώμη, επειδή με την συμπεριφορά μου, σου στέρησα τη σπάνια αγάπη. Αυτή που είδες στα μάτια μου κι εγώ είδα στα δικά σου.

Βλέπεις, όπως κι εσύ, χτύπησα και εγώ ταβάνι. Αγνόησα πάμπολλες φορές τα καμπανάκια. που σήμαναν κίνδυνο. Τον κίνδυνο να νομίζεις, ότι θα ήθελα να σε ελέγξω, να σε αλλάξω, να κατακλύσω την καθημερινότητα σου και να απορροφήσω όλη σου την προσοχή. Τον κίνδυνο να παρεξηγήσεις την παρόρμηση μου, που με έσπρωχνε να εκφράζω συνέχεια, χύμα και τσουβαλάτα, τα συναισθήματα μου .

Δεν ξέρω αν έχει πλέον πρακτική αξία αυτή η συγγνώμη, αλλά ήθελα να βγάλω αυτό το βάρος από το στήθος μου.

Να είσαι καλά.

Σε αγαπώ
A.L.-

ΥΓ. Για πάντα…»

Μπερδεύτηκα! Αναρωτήθηκα, τι μαλακία έκανε η στριμμένη και δεν μου το έχει πει;

«Γλυκειά μου, πριν σου πω αυτά που σκέφτομαι, θα ήθελες να μου πεις τι έχει μεσολαβήσει; Προφανώς έχω χάσει πολλά επεισόδια.»

Αφού άναψε ακόμη ένα τσιγάρο, έσκυψε προς το μέρος μου, κρατώντας το ροζάριο σφιχτά μέσα στην παλάμη, κάτω από το το στήθος της. Όπως κρατάμε ένα  πολύτιμο και αγαπημένο φυλαχτό.

«Πάμε πίσω δυο χρόνια. Τότε περίπου διακόπηκε απότομα η μαγική ιστορία με τον Alessandro μου. Για λόγους που δεν είχα αντιληφθεί και με ασήμαντη αφορμή, τον εξώθησα στα άκρα, εκνευρίζοντας τον υπερβολικά. Λάθος, τον θύμωσα υπερβολικά.»

Βλέμμα στη θάλασσα.

Σιγή ιχθύος ο Φίδης.

«Οι λεπτομέρειες δεν έχουν σημασία. Αφού μου έριξε έναν εξάψαλλμο μετά χορωδίας, με κάρφωσε στα μάτια και περίμενε. Αντί για απάντηση, η καλή σου φίλη τον έβρισε χοντρά. Και τι δεν του είπα. «Αναθεματίζω την ώρα και την στιγμή που σε γνώρισα, λυπάμαι που έχασα μαζί σου τον χρόνο μου, να εξαφανιστείς από μπροστά μου και δεν πρόκειται να σου ξαναμιλήσω ποτέ», καθώς και άλλα που πλέον δεν θυμάμαι. Μόλις έφυγε, τον απέκλεισα σε όποιο διαδικτυακό μέσο ήμουν συνδεδεμένη μαζί του και πέταξα πίσω μου μαύρη πέτρα.

Για να τον βγάλω εντελώς από το μυαλό μου, το έριξα στην εργασιοθεραπεία. Άρπαξα μερικές χοντρές ευκαιρίες στη Μέση Ανατολή και ξεσκίστηκα στα ταξείδια. Παρ’ όλο το μεγάλο ρίσκο, μου βγήκαν όλες οι δουλειές. Το δωράκι στον εαυτό μου το είδες. Σε έφερε από την Αθήνα. Πίνει πολλή κηροζίνη, αλλά το απολαμβάνω. Μάλλον «το απελάμβανα», θα έπρεπε να πω, για να είμαι ειλικρινής.»

Ξανά βλέμμα προς την θάλασσα.

Ξανά σιγή ιχθύος ο Φίδης.

«Μέσα σε όλα, βρήκα και έναν ψιλοαχαμνό Άραβα, να τον έχω σούζα για να βγάζω το άχτι μου. Δυο χρόνια την έβγαλα μεταξύ Εμιράτων, Ρώμης, Παρισίου και Νέας Υόρκης.»

«Με παρακολουθείς χαμένε; Βγάλε τα γυαλιά να σε βλέπω!»

«Ναι βρε ανάποδο πλάσμα, παρακολουθώ και περιμένω να τελειώσεις, για να μιλήσω.»

«Ωραία!»

«Σε αυτά τα δυο χρόνια ο Alessandro προσπάθησε πολλές φορές να με βρεί. Φρόντισα να μην τον συναντήσω, ούτε κατά τύχη. Γεμάτες μέρες, γαμάτες τρέλλες, λεφτά με ουρά. Χέστηκα για αυτόν.

Όμως μέσα μου βαθειά κάτι με έτρωγε. Το αγνοούσα μεν, αλλά αυτό επέμενε. Δεν έφευγε με τίποτε. Όταν ήρθε η ώρα να εκκαθαρίσω τον μαλακοπίτουρα τον Άραβα και να πατήσω λίγο φρένο, άρχισα να βλέπω πιο ψύχραιμα την υπόθεση του Alessandro. Ώσπου ένα βραδάκι, εκεί που λικνιζόμουν στην πολυθρόνα μου, η «αλήθεια» έσκουξε στο αυτί μου.

Η πραγματική αιτία δεν ήταν ο Alessandro. Εγώ τρόμαξα και τον έκανα να φύγει. Έφταιγε όμως. Έφταιγε πολύ, γιατί με είχε πνίξει και  δεν το καταλάβαινε. Ούτε πρόκειται ποτέ να το καταλάβει. Οπότε καλά κάνω και τον κρατώ μακριά μου, όσο ερωτευμένη και αν είμαι ακόμη. Έτσι φώναξε η πουτάνα η «αλήθεια».

Την πίστευα, μέχρι που ήρθε το βιβλίο με το γράμμα, για να με ισοπεδώσει. Η αγάπη του ήταν πραγματική και με ήξερε περισσότερο από όσο νόμιζα ότι με ξέρει. Σε αντίθετη περίπτωση, θα τον είχα δει στις εφημερίδες, παρέα με καμιά κοντέσσα για να μου τη σπάσει. Τώρα όμως, χαιρετίσματα…»

«Λουϊζα τελείωσες;»

«Σχεδόν…»

«Καλά, καλά… άσε τα σχεδόν και άκουσε με.»

«Τα πράγματα είναι απλά και μεσημεριανού ηλίου φωτεινότερα. Τον παρεξήγησες τον άνθρωπο και δεν του έδωσες ούτε μια ευκαιρία να σε ακούσει. Να εξηγήσεις ήρεμα τι σε ενοχλεί και να επανορθώσει. Το γράμμα του τα λέει όλα. Σε θέλει και σε θέλει πολύ. Τελείωνε… Άσε τις ανασφάλειες και πήγαινε να τον βρεις. Αν ντρέπεσαι, πάω και στον φέρνω εγώ subito. Με κουβάλησες εδώ άρον άρον, ας φανώ χρήσιμος.»

Την κοίταξα αυστηρά στα μάτια και περίμενα αντίδραση.

Τι το ήθελα; Άρχισε να κλαίει.

Να κλαίει με αναφυλλητά κουλουριασμένη στον καναπέ. Όσο αυτή έκλαιγε, τόσο πονούσε η καρδιά μου. Κάποια στιγμή, μετά από πολύ ώρα, εξαντλημένη μου ζήτησε ένα μαντίλι. Κάθισα δίπλα της, την αγκαλιάζω τρυφερά και της λέω:

«Ηρέμησε σε παρακαλώ! Δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι. Αν πήγες ήδη να τον βρεις και ο μαλάκας σε έδιωξε, πάω τώρα να στον φέρω. Να είσαι σίγουρη, ότι θα σε παρακαλάει γονατιστός. Μόνο πες τη λέξη!»

Ομολογώ δεν το είχα δει να έρχεται. Έφαγα ένα χαστούκι όλο δικό μου.

Συνέρχομαι και πριν μιλήσω, την ακούω να ωρύεται:

«Άντε γαμήσου και εσύ και όλα τα αρσενικά του κόσμου. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτε. Πριν πέντε μέρες ο Alessandro μου σκοτώθηκε στη θάλασσα. Κόλλησε το γκάζι του jet ski και καρφώθηκε σε ένα βράχο. Δεν πρόσεχε ο μαλάκας και σκοτώθηκε.

Δεν θα μάθω ποτέ, σε αυτή τη ζωή, πόσο πραγματικά με αγαπούσε. Ούτε στην επομένη! Έρχεται κάθε βράδυ και με κοιτάει σιωπηλός από απόσταση. Μόλις πάω να του ζητήσω συγγνώμη, εξαφανίζεται. Κατάλαβες; Δεν το αντέχω! Δεν το αντέχω! Τα έκανα σκατά!»

«Madonna Mia, αναφώνησα, «Το κουστούμι δεν ήτανε για γάμο, αλλά για κηδεία.» και σωριάστηκα κεραυνοβολημένος και αμίλητος στον καναπέ.

Εγώ σας το είπα.

Όταν οι θνητοί κάνουμε σχέδια, το Σχέδιον γελάει μαζί μας.

Μην πέσετε όμως απαραίτητα σε κατάθλιψη. Σε ένα παράλληλο Σύμπαν, ένα απλό τηλεφώνημα άλλαξε την ροή των γεγονότων και ο Alessandro έχασε το ραντεβού με τον βράχο.

Επ’ αυτού, εγώ προσωπικά ο ίδιος και ο φιδίσιος εαυτός μου δεν έχουμε ιδέα.

Εσείς έχετε;

Αν δεν έχετε να πείτε κάτι σημαντικό, σας παρακαλώ σωπάστε…

Διαβάστε το πρώτο και το δεύτερο μέρος της τριλογίας εδώ κι εδώ 

Comments

comments

About Roberto Colubra

Εξ Αθηνών ορμώμενος και λίαν περιζήτητος για το δέρμα του. Γράφει ιστορίες από κουτσομπολιά που έζησε, για να σας κρατάνε συντροφιά, σαν το δηλητήριο της γνώσης. Αν πάθετε κολούμπρα από όσα διαβάζετε, μην ανησυχείτε. Προσφέρουμε απλόχερα και το κατάλληλο αντίδοτο, δωρεάν και ως εκ τούτου πανάκριβο.

%d bloggers like this: