Home / POINT OF U / Λουΐζας, βεβαιωμένον το αβέβαιον – Roberto Colubra

Λουΐζας, βεβαιωμένον το αβέβαιον – Roberto Colubra

 


Το 2ο μέρος της τριλογίας “Alessandro και Λουΐζα”

#Snake_Stories #Snake_Begonias Απολαύστε με δική σας ευθύνη!

luiza-2nd-part-600

Δεύτερη μέρα της Λουΐζας στην Αθήνα με πρωινό κατά τις δώδεκα. Μόλις σηκωθήκαμε από το τραπέζι, στέλνει τον Αλβέρτο με τα πιτσιρίκια στην Ακρόπολη και με τραβά από το χέρι για να καθίσουμε στο γκαζόν κάτω από την ομπρέλα.

Την παρατηρούσα καθώς βολευόταν παραδίπλα μου, με το ροζάριο στο χέρι.

«Τι έχεις πάθει πια με αυτό το ροζάριο καλό μου κορίτσι;»

«Το έβγαλε ο Alessandro από την τσέπη του και μου το έδωσε λέγοντας:
«Αυτό είναι δικό μου και αγαπημένο. Θέλω να το έχεις εσύ!»… Σου λύθηκε η απορία περίεργε;»

«Ναι, ένα τεκνό και ένα ροζάριο σε έχουν κάνει να παραμιλάς. Άσε μας ρε φιλενάδα!»

Έφαγα μια δυνατή τσιμπιά και υποχρεωτικά γύρισα προς το μέρος της με τεντωμένα αυτιά.

«Ποιός σου είπε βρε ηλίθιε ότι ο Alessandro μου είναι τεκνό; Με περνάει οκτώ ολόκληρα χρόνια. Παντρεμένος με παιδιά και κλείσε το στόμα σου, γιατί θα καταπιείς καμιά μύγα»

Προφανώς και χάζεψα, επειδή την είχα για συντηρητική καθολική. Ήμουν σίγουρος, πως το εξαντρίκ στυλάκι απλά έκρυβε τις παλαιού τύπου αρχές της.

-Τελείωνε, Λουΐζα…

-Να αρχίσω εννοείς… Κι από πού να αρχίσω…

-Εγώ θα σου πω;

-Οκ… Λοιπόν, ο Alessandro, μετά από το περίφημο τηλεφώνημα του ενός λεπτού, ανέβηκε στη Ρώμη. Εμφανίστηκε απροειδοποίητα στη γκαλερί, έδωσε τρεις παραγγελίες για πελάτες του και μετά με απήγαγε κανονικά. Καταλήξαμε σε ένα πάρκο, να με ταΐζει λιχουδιές. Αγκαλιά, χωρίς να μιλάμε, βλέπαμε υπνωτισμένοι κάτι περίεργες πέτρες μέσα στη λιμνούλα. Έχασα την αίσθηση του χρόνου. Ένιωθα την ανάσα του στο σβέρκο μου και ανατρίχιαζα.

Σε ανύποπτη στιγμή ακούω: «Σε αγαπώ». Ένιωσα πάλι 18 ετών πιτσιρίκα, μη σου πω και 16.

Γύρισα ξαφνιασμένη και τον κοίταξα. Ευτυχώς φορούσα γυαλιά και δεν είδε τα μάτια μου, που γέμισαν δάκρυα. Όταν αποφάσισε να ξεκολλήσουμε από εκεί, με πήρε από το χέρι κρατώντας με σφιχτά μέχρι να φτάσουμε στο αυτοκίνητο.

Μου άνοιξε την πόρτα και σκύβοντας ψιθύρισε: «Σε θέλω».

Αυτό ήταν! Τον τράβηξα μέσα, ανέβηκα πάνω του, έσκισα το πουκάμισο του και παραδόθηκα ολοκληρωτικά. Ο απίστευτος είχε φροντίσει να παρκάρει σε απόμερο δρομάκι, πίσω από ψηλά δέντρα, αλλά σιγά που το είχα προσέξει. Εκείνη την ώρα δε με ένοιαζε τίποτε. Χάθηκα στα χέρια του, μέθυσα με τη μυρουδιά του, έχασα το σύμπαν…»

«Θες και συνέχεια;»

Αν ήθελα λέει…

«Όποτε είχα ευκαιρία, την κοπάναγα από τη δουλειά, για να είμαστε μαζί. Όταν με έβαλε πρώτη φορά στο κρεβάτι, πήγα να κάνω τα δικά μου. Αγριάδες, νυχιές, δαγκωνιές, όπως είχα συνηθίσει. Με έναν μαγικό τρόπο μου έκοψε τον τσαμπουκά. Μου τα έδειξε όλα από την αρχή. Σα να μην είχα πάει πριν από αυτόν με άλλον άντρα. Αφέθηκα στα μαγικά του χέρια, στο πάθος και την αγάπη, που έβγαζε κάθε του άγγιγμα. Όλο μου το κορμί έτρεμε και οι παλάμες μου, για ώρες μετά,  ζεμάταγαν… Αμάν τι σου λέω τώρα, θα με περάσεις για βλαμμένη.»

«Εντάξει δεν είσαι η πρώτη, ούτε θα είσαι η τελευταία» παρατήρησα όσο πιο κομψά γίνεται.

«Περίμενε, γιατί έχει και χειρότερα. Ένα βραδάκι, με τους μισούς συνεργάτες να εργάζονται κάτω στη γκαλερί, μιλάμε οι δυο μας στο γραφείο. Σηκώνεται μου πιάνει το χέρι να το φιλήσει, με τραβά προς το μέρος του και ρίχνει μια ματιά προς την πόρτα. Σαν υπνωτισμένη κλειδώνω και ο καναπές έγινε πεδίο μάχης για την επόμενη μισή ώρα.

Επικίνδυνος ο τύπος καλέ μου Roberto, δεν κωλώνει πουθενά. Η φίλη σου βέβαια χειρότερη. Ακολουθεί σε όλα. Μέχρι και σε ύποπτο ξενοδοχειάκι με πήγε σηκωτή, μια φορά που είχα πεταχτεί στο Κάπρι, δήθεν για δουλειές.

Mη γελάς βλάκα, με έχεις ακούσει να πηγαίνω σε κάτι λιγότερο από το Ritz και το Plaza; »

«Πάμε παρακάτω; Πάμε!»

«Στο πιο πρόσφατο ταξείδι του στη Ρώμη, καθόμαστε να φάμε, για να μιλήσουμε επαγγελματικά. Μετά από κάμποση κουβέντα, απρόβλεπτος όπως πάντα, αλλάζει ύφος και μου πετάει την ατάκα που με αποτελείωσε:

«Λουΐζα… μαζί σου έκανα για πρώτη φορά έρωτα στη ζωή μου. Ψυχή μου, μη με κοιτάς με μάτια έκπληκτα και γουρλωμένα. Έπρεπε να το έχεις αντιληφθεί. Όλες τις άλλες απλά τις πήδαγα. Με τέχνη μεν και μια καλή δόση από συναίσθημα, αλλά μόνο μέχρι εκεί. Στο λέω και δεν με ενδιαφέρει αν με πιστεύεις.»

Alessandro Lupo (σιγά μη με άφηνε να ανεβάσω ολόκληρη φωτό)

Alessandro Lupo (σιγά μη με άφηνε να ανεβάσω ολόκληρη φωτό)

Για να συνέλθει η φίλη σου κατέβασε μονορούφι δυο ποτήρια κρασί.

«Εσύ ρε Alessandro; Που το μάτι σου παίζει; Εσύ που μόνο ήσυχο παιδάκι δεν ήσουν στη ζωή σου; Βλέπω πως σε κοιτάνε οι γυναίκες. Πάω στοίχημα τις βάζεις στη σειρά και διαλέγεις.» του πέταξα μουδιασμένη.

Τη σιωπή του δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Δεν χωρούσε αμφισβήτηση σε αυτά που έλεγε. Μετά από λίγο απάντησε, για να με στείλει ολοκληρωτικά αδιάβαστη: «Ναι καρδιά μου, είναι γνωστό ότι μπορώ να ρίξω όποια βάλω στο μάτι. Εγώ όμως είμαι μόνο για εσένα. Όχι επειδή δεν μπορώ να έχω κάποια άλλη, αλλά επειδή θέλω μόνο εσένα.»

Περιττό να σου πω, ότι το υπόλοιπο απόγευμα το περάσαμε στο ξενοδοχείο, με εμένα να καταλήγω χαλκομανία στο κρεβάτι, να μην θέλω να σηκωθώ.

Αυτά τα ελάχιστα από τα ερωτικά. Δε σου λέω περισσότερα. Ντρέπομαι.

Υπάρχουν όμως και άλλα πράγματα.

Αυτός με μια απλή κουβέντα μου λύνει θέματα, που με βασάνιζαν χρόνια. Δεν του το δείχνω, επειδή είμαι εγωίστρια του κερατά. Όμως το καταλαβαίνει και κάθε φορά μου χαρίζει ένα πονηρό γελάκι. Από την πλευρά μου, με μισή κουβέντα τον γλυκαίνω από ανασφάλειες, που κουβάλαγε χρόνια. Του δείχνω τον δρόμο, για να βγάλει από μέσα του, όσα δεν έχει πει σε κανέναν και να λυτρωθεί από αυτά. Πάμπολλες δε φορές, συνεννοούμαστε χωρίς να ανοίξουμε το στόμα μας, ειδικά όταν είναι άλλοι μπροστά.

Δεν μου έχουν ξανατύχει όλα αυτά μαζεμένα και φυσικά τα λέω μόνο σε εσένα. Ποιός άλλος να με πιστέψει;

Τον Αλβέρτο τον αγαπώ, έχουμε περάσει πολλά και με στήριξε σε όλα. Ερωτευμένη δεν είμαι μαζί του. Δεν τον ζηλεύω καθόλου, αλλά ούτε και αυτός εμένα στο παραμικρό. Από την άλλη, τον Alessandro τον λατρεύω και θέλω να ξενυχιάσω όποια τολμήσει να τον κοιτάξει λίγο παραπάνω. Να τον αφήσω δεν γίνεται, να τον έχω ολόκληρο απαγορεύεται. Δεν έχω ιδέα που θα με πάει η ιστορία. Δεν τα σκέφτομαι. Το αφήνω και όπου πάει, όσο πάει, για όσο πάει.

Ώρες ώρες όμως βρίζω. Νομίζω πως κάποιος από εκεί ψηλά μου κάνει πλάκα…»

Εδώ σταμάτησε να μιλά. Το όμορφο πρόσωπο της είχε χάσει τη συνηθισμένη αγριάδα του και γέμισε γλύκα με έναν ανεπαίσθητο πόνο. Ένα συναίσθημα που μόνο αν το έχεις νοιώσει, μπορείς να το καταλάβεις.

Δε συζητήσαμε περισσότερο το θέμα. Όταν τηλεφωνηθήκαμε μετά από καιρό, δε ρώτησα. Δεν ήθελα να ακούσω κάτι δυσάρεστο. Ξέρω πως, αν τυχόν υπάρξει λόγος, θα πάρει το αεροπλάνο, θα έρθει για ένα γεύμα με θέα την Ακρόπολη και θα μου πει όλα τα νέα με λεπτομέρειες.

Ζηλιαρομπουρμπουρούδες μου η γνώμη μας περισσεύει.

Η καλή μου η Λουίζα χωρίς τον ξαφνικό έρωτα στη ζωή της, ίσως να ήταν πιο ήρεμη. Μάλλον θα συνέχιζε να κρατά σταθερά τα ηνία της καθημερινότητας, χωρίς δράματα και φασαρίες. Εξ άλλου, αυτό έκανε από μικρή.

Χρειαζόταν όμως, κατά πως αποδείχτηκε, έναν Alessandro, για να της φέρει τα πάνω κάτω.

Τον είχε ανάγκη, ενστικτωδώς τον αναζήτησε, όταν τον βρήκε τον αναγνώρισε και τελικά τον απέκτησε.

Πέτυχε τελικά το αυγολέμονο; Δεν γνωρίζω, θα σας γελάσω. Το Σχέδιον ποτέ δεν ρωτά εμάς τους θνητούς, διότι δεν μας πέφτει λόγος.

Αυτόν τον Alessandro όμως δεν θέλω να τον συναντήσει η γκόμενα μου. Ποτέ και για κανέναν λόγο!

Save

Comments

comments

About Roberto Colubra

Εξ Αθηνών ορμώμενος και λίαν περιζήτητος για το δέρμα του. Γράφει ιστορίες από κουτσομπολιά που έζησε, για να σας κρατάνε συντροφιά, σαν το δηλητήριο της γνώσης. Αν πάθετε κολούμπρα από όσα διαβάζετε, μην ανησυχείτε. Προσφέρουμε απλόχερα και το κατάλληλο αντίδοτο, δωρεάν και ως εκ τούτου πανάκριβο.