Home / POINT OF U / Εγώ και οι μπιγκόνιες - Roberto Colubra /  Alessandro, όπως λέμε Φάντης Μπαστούνι – Roberto Colubra

 Alessandro, όπως λέμε Φάντης Μπαστούνι – Roberto Colubra

luiza-2560x1600

Τα καλλίτερα πράγματα στη ζωή είναι δωρεάν και εμφανίζονται εντελώς αναπάντεχα. Αν δεν τα δαμάσεις, θα σε καταπιούν. Αν δεν τα δεχτείς, θα σε καταστρέψουν. Εγώ σας το είπα, αμαρτίαν ουκ έχω. Το είπα και στη Λουΐζα. «Ποια είναι αυτή;», θα με ρωτήσετε με το δίκιο σας. Λοιπόν…

Η Λουΐζα ζει και μεγαλουργεί στη Ρώμη. Ακριβοθώρητη γενικά, σπάνια εμφανίζεται σε κοινωνικά γκαλά και πολύβουες συνάξεις της υψηλής κοινωνίας. Όμως είναι πανταχού παρούσα στους εμπορικούς κύκλους της τέχνης. Τρεις γκαλερί και ένα περιοδικό, αποκλειστικά συνδρομητικό, για πελάτες που είναι πρόθυμοι να επενδύσουν σε ακριβά κομμάτια.

Να μην σας σκανδαλίσω με τις ενδυματολογικές επιλογές της. Όλα επώνυμα μεν, αλλά επάνω της χάνουν την αναίδεια του ακριβού. Τα ταιριάζει τέλεια με την μαγική αύρα της και ποτέ δεν γίνεται κραυγαλέα, όσο εκκεντρικά και αν ντυθεί. Εκτός εργασίας μπορεί να την πετύχετε ντυμένη με δερμάτινα πάνω σε μια Harley, να κόβει βόλτες στην εξοχή, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Μια φορά το χρόνο η φιλτάτη Λουΐζα, μετά Αλβέρτου συζύγου και τέκνων, καταφθάνει για ολιγοήμερες διακοπές στα νησιά των Κυκλάδων. Συνήθως τους φιλοξενώ δυο-τρία βράδια. Ο αεικίνητος Αλβέρτος φορτώνει την πιτσιρικαρία στο SUV και κόβουνε βόλτες στην Αθήνα, ενώ εμείς αράζουμε και τα λέμε.

Όταν τους παρέλαβα από το αεροδρόμιο, ένοιωσα μια ανεπαίσθητη αλλαγή σε αυτήν. Διακριτικός, όπως συνηθίζω να είμαι, περίμενα να έρθει η ώρα της βραδυνής ιεροτελεστίας, για να μου πει από μόνη της τι συμβαίνει. Παρατήρησα λίγο πιο προσεκτικά τον Αλβέρτο, μήπως καταλάβω κάτι, αλλά σε αυτόν δεν είδα αλλαγή. Πανύψηλος, γεματούλης, χαμογελαστός, με μια υποψία υπεροψίας και αδιαφορίας στη ματιά του, έδειχνε όπως τον ήξερα.

Η πρώτη νύχτα ξεκίνησε χαλαρά, ρώτησε ελάχιστα και έπαιζε συνέχεια με ένα εβένινο ροζάριο, αντί να καπνίζει, όσο με άκουγε. Όταν σταμάτησα να φλυαρώ, αυτά που άκουσα από το στόμα της με εξέπληξαν.

«Roberto τελείωσες; Άκουσε με τώρα. Μην πεις ποτέ στη ζωή σου «αυτό δεν γίνεται».

Όπως ξέρεις,  στην σελίδα μου έχω πάνω από τρεις χιλιάδες φίλους. Διασκέδαζα πάντα με τους κάθε λογής σαλταδόρους του καναπέ, που με περιτριγυρίζουν εκεί. Με τα φιλαράκια σπάμε πλάκα και τους ταράζουμε στο δούλεμα. Ειδικά αυτούς που ζητάνε την συνδρομή κοινών γνωστών, για να με γνωρίσουν. Κανένας από το πλήθος δεν γνωρίζει τα επαγγελματικά ή τα οικογενειακά μου. Συχνά  πετάω καμμιά διφορούμενη σοφία ή σχολιάζω περιπαικτικά μια γαμάτη φωτογραφία μου και γίνεται τζέρτζελο.»

Παύση…

Τσιμουδιά εγώ…

«Πάμε πίσω οκτώ μήνες. Ένα βράδυ, αφού αποδέχθηκα μερικά αρσενικά αιτήματα, έρχεται μήνυμα: «Καλησπέρα, συγχωρήστε μου το απύθμενο θράσος, αλλά ελπίζω ο τάδε να μην είναι πραγματικά φίλος σας, διότι θα απογοητευθώ, Alessandro». Ποιος να είναι αυτός ο αναιδής, αναρωτήθηκα. «Καλησπέρα, όχι δεν είναι πραγματικός φίλος. Επιβραβεύω το θράσος σας με πρόσκληση στην αποψινή μας συζήτηση» απαντώ. Τι το ήθελα; Χώθηκε σαν τον λύκο στο μαντρί και άρχισε τις δαγκωνιές. Δαγκωνιές με στυλ, ελαφρά ειρωνικές, ποτέ όμως παρατραβηγμένες ή άξεστες.

Η περιέργεια μου φούντωσε. Πέρασαν μήνες. Μια εμφανιζόταν ο Alessandro, μια εξαφανιζόταν. Αραιά και που έστελνε ένα φαινομενικά άσχετο μηνυματάκι. Σιγά σιγά έγινε απαραίτητος στις κουβέντες. Κίνδυνο δεν μυρίστηκα, επειδή παρέμενα οχυρωμένη πίσω από την μαγική δυνατότητα της διαγραφής. Όταν μου είπε δε, πως έχει έδρα το Κάπρι, σπάνια έρχεται στη Ρώμη και μόνο για δουλειές, χαλάρωσα εντελώς.»

«Λουΐζα, τελείωνε, που είναι ο Δράκος της ιστορίας;» σφύριξα ανυπόμονα.

«Λοιπόν» είπε και κόμπιασε ελαφρά, «τρεις μήνες πριν, με πήρε τηλέφωνο από τη Ρώμη. Χωρίς να το σκεφτώ, τον κάλεσα αμέσως στην γκαλερί, για να γνωριστούμε»

Παύση και βλέμμα στον έναστρο ουρανό.

«Αχ Roberto μου, ανοίγει η πόρτα και εμφανίζεται ένας τύπος όλα τα λεφτά. Σκάει χαμόγελο, με αγκαλιάζει και με φιλά. Διατήρησα την ψυχραιμία μου όσο μπορούσα. Αραχτοί στον καναπέ πιάσαμε την κουβέντα για τέσσερις ολόκληρες ώρες. Κατά τις επτά μου λέει χαλαρά «Λουΐζα μου, πρέπει να φύγω, η πτήση μου είναι σε τρεις ώρες και ίσα που προλαβαίνω». Τον βούτηξα αγκαζέ να τον πάω με το αυτοκίνητο μου στο ξενοδοχείο και στο αεροδρόμιο, αλλά δεν άφησε περιθώριο: «Φιλιά, τα λέμε, σύντομα θα ξαναέρθω» και εξαφανίστηκε.

«Λουΐζα, πες μου πως εξαφανίστηκε για τα καλά, να κόψω φλέβες.» πετάχτηκα.

«Όχι καλέ μου Roberto, πού να εξαφανιστεί;» απάντησε η φίλη μου, με μάτια που γυάλιζαν «Από εκείνη την ημέρα πύκνωσαν τα μηνύματα και τα τηλέφωνα. Για την ταμπακιέρα τσιμουδιά, αλλά ένα υπονοούμενο από εδώ, ένα από εκεί, μια ζέστη, μια κρύο. Χωρίς να το πολυσκεφθώ, αποκάλυψα πράγματα που δεν φανταζόμουν ότι θα πω σε άνθρωπο. Πόσο μάλλον σε κάποιον που έχω συναντήσει όλο και όλο για τέσσερις ώρες. Ώσπου μια Παρασκευή απόγευμα ο Alessandro εξαφανίζεται.

Στη τσίτα η καλή σου φίλη. Μια να με βρίζω, «τι πράγματα είναι αυτά που σκέφτεσαι παντρεμένη γυναίκα;», μια να τον βρίζω, που χάθηκε και δεν κάνει ένα σχόλιο, δεν στέλνει ένα μήνυμα. Πέρασα ένα Σαββατοκύριακο μέσα στα νεύρα. Λύσσαξα στους δρόμους με τη Ferrari, μακρυά από κόσμο, για να μην δείρω κανέναν άσχετο, χωρίς να φταίει σε τίποτε.

Μεσημεράκι Δευτέρας όταν τον είδα να χαζολογά online με τους φίλους του, κόντεψα να σκάσω. Τον παίρνω τηλέφωνο, δήθεν να δω τι κάνει και ο απίστευτος τσόγλανος μου λέει χαρούμενα: «Καλώς την, θα σε έπαιρνα αργότερα. Υπέθεσα πως θα πνίγεσαι στη δουλειά. Το Σαββατοκύριακο, η παλιοπαρέα με τράβαγε συνέχεια στα κλαμπάκια και με πότισαν ότι υπάρχει στον κατάλογο. Είσαι καλά; Πως πέρασες;». Ψέλλισα κάτι άσχετο, μη φανεί η αμηχανία μου και το έκλεισα.

Και εδώ έρχεται το απίθανο.

Μετά από τρεις ώρες, τον καλώ στο κινητό και του λέω κοφτά:

«Alessandro, στην διπλανή αίθουσα έχω έναν Άραβα με τα λεφτά στην τσέπη, ψημένο να αγοράσει ό,τι του σερβίρω. Έχω στη διάθεση μου 60 δευτερόλεπτα. Τον άφησα αμανάτι, για να σου πω πως… σε αγαπώ! Εσύ, έχεις να μου πεις κάτι, πριν τελειώσουν αυτά τα δευτερόλεπτα;».

Ναι ρε βλαμμένε Roberto, είπα επί λέξει «σε αγαπώ»… απάντησε στο ανασηκωμένο φρύδι μου, πριν προλάβω να ξεστομίσω λέξη.

Και τι απαντά ο μούργος; «Με κέρδισες, παρομοίως!». Ο καριόλης, ο σκύλος, o απίστευτος τύπος. Χάθηκε να πει κάτι γλυκό και αυτός;

Τέσπα, που λέμε και στο chat!

Ποτέ δεν πέρασε από το μελαχροινό Σιτσιλιάνικο κεφάλι μου, πως θα την πατήσω έτσι. Αύριο βράδυ, θα σου πω τα υπόλοιπα. Σου μιλάω και το μυαλό μου είναι συνέχεια σε αυτόν. Πρέπει να τον πάρω τηλέφωνο. Άντε ξεκουμπίσου από εδώ.»

Απομακρύνθηκα στο σκοτάδι, με μια παράξενη αγαλλίαση μέσα μου. Η αγαπημένη μου Λουΐζα, δεν το ήξερε η ίδια, αλλά είχε ανάγκη από έναν Alessandro στη ζωή της. Θα αρχίσετε τώρα να βγάζετε τη χολή σας και την κακία σας. Μπουρμπουρούδες μου η μαύρη ζήλια σάς κάνει να κράζετε. Δεν σας δίνω σημασία. Ο φθόνος μιλάει, που δεν έλαχε σε εσάς το απρόσμενο ηφαίστειο.

Εσείς μπορείτε να βράστε στο ζουμί σας, μέχρι να σας πω την συνέχεια.

Ακούστε όμως το τραγουδάκι που έβαλε η Λουΐζα στο iPhone player.

Είναι τέλειο και λέει πολλά για όσους έχουν αυτιά να ακούσουν.

http://youtu.be/lHN5xMBH_go

“Steal my Heart away, Van Morrison”

* Αναδημοσίευση του κειμένου, στην αρχική του unedited και αδημοσίευτη μέχρι σήμερα μορφή. Πρώτη δημοσίευση (edited) Ιανουάριος 2012

Save

Save

Save

Save

Save

Comments

comments

About Roberto Colubra

Εξ Αθηνών ορμώμενος και λίαν περιζήτητος για το δέρμα του. Γράφει ιστορίες από κουτσομπολιά που έζησε, για να σας κρατάνε συντροφιά, σαν το δηλητήριο της γνώσης. Αν πάθετε κολούμπρα από όσα διαβάζετε, μην ανησυχείτε. Προσφέρουμε απλόχερα και το κατάλληλο αντίδοτο, δωρεάν και ως εκ τούτου πανάκριβο.