Home / MAKE ME FEEL / Το γράμμα της Ελένης – George A. Pappas

Το γράμμα της Ελένης – George A. Pappas

rain

 

Καταιγίδα, μιλάμε για καταιγίδα, όχι αστεία. Απ’ αυτές που ανοίγει ξαφνικά ο ουρανός και γίνεται της πουτάνας, ο Δίας γελάει και κερνάει αστραπές και βροντές που χωρίζουν, διασχίζουν και φωτίζουν τον νυχτερινό ουρανό. Και εγώ, κλασσικά, δεν έχω πάρει ομπρέλα. Κάτι το μυαλό μου που δεν δηλώνει παρών, κάτι λίγο η Κική που με έπεισε ότι δεν υπάρχει λόγος να κρύβεσαι απ’ το ξεκάθαρο, κάτι λίγο ότι η βροχή από δω και πέρα πάντα σε θυμίζει.

Κλείνω πιο σφιχτά το μπουφάν και περπατώ προς την στάση. Είπα και εγώ να χορτάσω λίγο την Αθήνα – την Αθήνα μου – να χαθώ στα περίπλοκα, δαιδαλώδες, βρώμικα στενά της που ώρες-ώρες μου θυμίζουν τους διαδρόμους του μυαλού μου. Πάρε και μια μπόρα να ‘χεις ρε Γιώργη. Να, έτσι να σου θυμίσει ότι το καλοκαίρι έφυγε. Έφυγε, και δεν το πήρε η βροχή.

Άδεια η στάση, εννοείτε, τα αυτοκίνητα τρέχουνε, εννοείτε, και σηκώνουν κάτι λασπωμένα τσουνάμια, εννοείτε, και γίνομαι παπί.

Παπάκι στην βροχή.

Γελάω μόνος μου και κάθομαι στο βρεγμένο παγκάκι – δεν γαμιέται, κώλος έχω γίνει έτσι κι αλλιώς. Κάτι όμως δεν μου κολλάει, ή μάλλον κάτι κάνει ακριβώς αυτό. Εκεί κάτω απ’ το μπούτι μου, το τραβάω με προσοχή και περιέργεια και με ένα ανεξήγητο δέος. Τι είν’ πάλι τούτο; Στάζει μελάνι και βροχόνερα, και νιώθω σαν να κρατώ κάτι ζωντανό, μια καρδία που ματώνει, και ματώνει μελάνι. Απ’ έξω με το ζόρι βλέπω ένα Ν γραμμένο στο χέρι. Ν με τελεία. Τίποτα’ άλλο. Με σηκωμένα τα φρύδια πάω να ανοίξω τον φάκελο, κορνάρει απότομα ένα μηχανάκι, που πάς ρε μαλάκα φωνάζει κορνάρει το αυτοκίνητο, πάρε και ένα κράκ-μπούμ ο κεραυνός αλλά εγώ εκεί – γύρω μου επικρατεί ηρεμία: και σαν μια Αλίκη που δειλά-δειλά πλησιάζει την κουνελότρυπα  διαβάζω ένα γράμμα…το γράμμα της Ελένης…

***

Τι να σου πω; Τι άλλο να σου πω που δεν στο έχω ήδη πει; Κάθομαι και γράφω ένα γράμμα και δεν ξέρω καν το γιατί. Ξέρεις κάτι; Κάποτε με κατηγορούσες ότι ήμουν ο πιο αναποφάσιστος άνθρωπος που είχες γνωρίσει, αλλά σήμερα νιώθω πιο ξεκάθαρη από ποτέ.

Νιώθω άδεια. Ένα τίποτα, ένα κενό, που κάποτε ρε μπάσταρδε το γέμιζες εσύ με την κωλό-αγάπη σου. Νιώθω ότι έφυγες και πήρες μαζί σου φεύγοντας τα καλύτερα κομμάτια που σου χάρισα, και ναι ρε σου χάρισα τα καλύτερα κομμάτια μου. Πήρες ότι χτίσαμε με τόσο κόπο και τα γκρέμισες μέσα σε μία νύχτα για αυτόν τον εγωισμό που ήξερα – ήξερα γαμώτο – ότι σε χαρακτηρίζει. Πήρες τα φιλιά μας, τις κουβέντες μας, τις βόλτες μας, και τα έκανες στάχτη.

Και τι να κάνω τώρα τα σ’ αγαπώ σου, μου λες; Τι να τα κάνω αυτά τα ημίμετρα που έλεγες, έτσι να τα ακούω εγώ ή έτσι να τα ακούσεις εσύ, ξέρω εγώ; Γιατί αυτά ήταν τα σ’ αγαπώ σου – ημιτελή – κρατούσες πάντα κάτι παραπάνω για σένα. Και ξέρεις κάτι άλλο; Ούτε καν σε κατηγορώ, ούτε καν. Γιατί κάπου βαθιά μέσα μου, ήξερα ότι δεν τα εννοούσες, όχι ειλικρινά, όχι στις πράξεις. Ήσουν πάντοτε εκεί, όταν σε βόλευε, όταν δεν άλλαζε και τόσο το πρόγραμμα σου. Στα λόγια σου, αυτά τα τόσο όμορφα λόγια που καθόμουν με τις ώρες να ακούω, ήσουνα πάντα καλός. Σε παραδέχομαι. Η γλώσσα σου είχε τον τρόπο να κινήσει μέσα μου μια κρυφή φλόγα, μια δίψα για ζωή, και ένιωθα ότι μέσα από την ζωή σου, ζούσα και εγώ μαζί σου. Η ίδια γλώσσα που μετά με τσάκισε.

Είσαι τρελός, όχι έτσι όπως κάποτε στο έλεγα – γεμάτη χαρά, ενθουσιασμό, και έναν περίεργο θαυμασμό – είσαι πραγματικά τρελός. Χαμένος σε μια δίνη σκέψεων και συναισθημάτων, να πνίγεσαι σε μια κουταλιά νερό, και να με παρασέρνεις και μένα μαζί σου στο μαύρο χάος. Πάνω, κάτω, πάνω, κάτω, πάνω, κάτω. Δεν αντέχω άλλο, δεν αντέχω! Έχω κουραστεί – λέμε τα ίδια, και τα ίδια, και τα ίδια και εσύ κάθε φορά μου τάζεις ότι θα αλλάξεις και μου γράφεις γράμματα και μου αγοράζεις βιβλία και μου φέρνεις λουλούδια και μου αφιερώνεις ραβασάκια και εγώ, η ηλίθια, κάθε φορά σε πιστεύω ότι αυτή την φορά θα αλλάξεις, ότι αυτή την φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά. Και μετά να το πάλι, τρείς μέρες, μια βδομάδα, δύο το πολύ που βαράω το κεφάλι μου στον τοίχο και ρωτάω γιατί, γιατί, γιατί;

Με βασανίζεις. Με βασανίζεις και δεν ξέρεις καν γιατί το κάνεις όταν εγώ σου απαιτώ το γιατί. Νιώθω τόσο θυμό, τόσο πολύ θυμό να βράζει μέσα μου: όχι επειδή εσύ είσαι μαλάκας αλλά που εγώ τολμούσα κάθε φορά να πιστέψω ότι κάτι έχει αλλάξει. Με έχω απογοητεύσει. Νιώθω βρώμικη…τόσο, τόσο βρώμικη. Πονάω. Πονάω. Πονάω βαθιά μέσα μου, το στομάχι μου έχει γίνει κόμπος, νιώθω ότι η καρδιά μου θα σπάσει και εσύ εκεί, το βιολί σου.

Με ρώτησες ποτέ; Με ρώτησες ποτέ αν αντέχω άλλο την αγάπη σου;

Εισβάλεις μέσα μου σαν τροπική καταιγίδα, στροβιλίζεσαι, φυσάς, ξεριζώνεις δέντρα και σαρώνεις σπίτια με την ένταση της αγάπης σου, της αγάπης που μου δείχνεις, και στροβιλίζομαι και εγώ μαζί σου. Με πνίγουν τα νερά σου, τα ψεύτικα δάκρυα σου, τα εκατοντάδες μηνύματα σου: που είσαι, τι κάνεις, τι σκέφτεσαι, πες μου πόσο μ’ αγαπάς. Άντε και γαμήσου. Άντε και γαμήσου – βγες από το κεφάλι μου, φύγε! Φύγε μπάσταρδε, μπάσταρδε, ναι μπάσταρδε σε αγαπώ! ΦΥΓΕ!

Μου ράγισες την καρδία. Ξανά.

Πίστευα κάποτε στην μαγεία, πίστευα στον έρωτα, πίστευα στην ζωή. Πίστευα σε μένα. Και τώρα, πλέον, δεν πιστεύω σε τίποτα. Εσύ με κατάντησες έτσι. Δεν πιστεύω σε τίποτα.

Και εσύ εκεί. Την τελευταία φορά που σε είδα, ξέρεις τι ένιωσα; Δεν ένιωσα όπως όλες τις άλλες φορές την ανάγκη να σε βαλσαμώσω, να σου αλείψω τις ανοιχτές σου πληγές, να σου κάνω την μάνα που τόσο καιρό αναζητάς. Δεν ένιωσα την ανάγκη να σου δείξω στοργή, να σε πάρω αγκαλιά, να σου ξαναπώ ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Ξέρεις τι ένιωσα; Ένιωσα οίκτο. Οίκτο για αυτόν τον ξεφτιλισμένο ανθρωπάκο που είχα μπροστά μου, με κροκοδειλένια δάκρυα στα μάτια. Για αυτόν τον βρωμερό, ζητιάνο του έρωτα, που όλα τα έταζε και τίποτα δεν μπορούσε να υλοποιήσει.

Δεν θέλω να σκέφτομαι άλλο, δεν θέλω να σε σκέφτομαι άλλο. Θέλω να φύγεις, θέλω να φύγεις να σωθείς, μπας και σωθώ και εγώ μακριά σου. Φύγε, σε παρακαλώ. Δώσε μου για άλλη μια φορά τον λόγο σου, αλλά αυτή την φορά, σε παρακαλώ, σε εκλιπαρώ, γίνε όντως άντρας του λόγου σου. Φέρσου για μια φορά ντόμπρος, βαρύς, με νταλκά. Γίνε για μια φορά γη και όχι αέρας. Μην μπαίνεις άλλο μέσα μου φουρτουνιασμένος απλά και μόνο για να ξεφυσήξεις, να αδειάσεις, να με αδειάσεις, και να φύγεις. Κάντο, σαν μια τελευταία χάρη, για μενα, να μου αποδείξεις πόσο πολύ με αγαπάς.

Γιατί και εγώ σ’ αγαπώ, μπάσταρδε, και θα σε αγαπώ για όση ζωή μου μένει – αλλά δεν είμαι ερωτευμένη μαζί σου πλέον.

Και, ναι αγαπημένε μου μπάσταρδε, ήμουν τόσο, μα τόσο, μα τόσο ερωτευμένη μαζί σου.

Φτου σου.

– Ελένη

***

Τα φρένα του λεωφορείου τσιρίζουν και οι πόρτες ανοίγουν άγαρμπα μπροστά μου και δεν με νοιάζει. Κλαίω. Πάλι κλαίω ρε μαλάκα και χαζεύω το άπειρο σαν το ζαβό.

– Νεαρέ; ρωτάει μια γιαγιά, και με ξυπνάει απ’ τον λίθο και μπαίνω μέσα σκουπίζοντας το πρόσωπο μου.

Κάθομαι δίπλα της, στάζουν τα μαλλιά μου, δακρύζουν τα μάτια μου. Ξέρεις γιατί κλαίω πιο πολύ απ’ όλα ρε γιαγιά; Δεν ξέρω ποιο είναι χειρότερο: αν τελικά η Ελένη του έδωσε το γράμμα ή αν δεν του το έδωσε ποτέ;

– Νεαρέ; ρωτάει ξανά η γιαγιά, και μου προσφέρει ένα χαρτομάντιλο.

– Σας ευχαριστώ πολύ, καταφέρνω και ψιθυρίζω.

– Μην ανησυχείς νεαρέ μου. Έχει ο Θεός. Γελάει λιγάκι, σαν να θυμήθηκε ένα μυστικό απ’ τα παλιά. Έτσι είναι ο έρωτας, συνεχίζει. Ότι αξίζει αληθινά, μπορεί να μας πονάει για λίγο, αλλά μετά αξίζει για πάντα.

Μου χαμογελάει και το ρυτιδιασμένο πρόσωπο της φωτίζεται, και σου το ορκίζομαι λάμπει σαν φύλακας άγγελος και μου λέει:

– Έχε πίστη, παιδί μου. Στο τέλος, θα δεις, όλα θα πάνε καλά.

Ναι…ναι ρε γιαγιά.

Στο τέλος, όλα θα πάνε καλά.

Comments

comments

About George A. Pappas

“The world belongs to us; to us who steal kisses at bonfires, to us who stay up laughing with friends long after you have gone to sleep, to us who dance with reckless abandon…”

%d bloggers like this: