Home / POINT OF U / Editors' view / Μιας και είμαι εγώ παιδί… – Eleni Q

Μιας και είμαι εγώ παιδί… – Eleni Q

10801941_10205308319567859_9090012809735322306_n

Οδηγούσα τις προάλλες κάπου στο κέντρο εγκλωβισμένη στη Χριστουγεννιάτικη κίνηση.

Φωτάκια, κορναρίσματα, γκόμενες με εκατό σακούλες, το κινητό ανά χείρας και κόκκινα κραγιόν. Μέσα μου έκανα φρενήρεις προσθαφαιρέσεις. Μάλλον σκέτες αφαιρέσεις. Παίρνουμε το δώρο των Χριστουγέννων και αφαιρούμε ΔΕΗ, ΕΝΦΥΑ, κάτι ψιλά χρωστούμενα από δω κι από κει, σούπερ μάρκετ, μερεμέτια σπιτιού και τι μας μένει; Μια κατσουφιά.

Αυτή ήταν η μοναδική πρόσθεση στα αριθμητικά μου.

Ξάφνου, εκεί που εντελώς ενστικτωδώς οδηγούσα ο μπροστινός μου κοκαλώνει το όχημά του αριστερή λωρίδα στην οδό Αμερικής, βγαίνει έξω, βάζει και συναγερμό. Θεώρησα πως ο άνθρωπος κάτι έπαθε όπως ξαφνικό κόψιμο όταν τον είδα. Γύρω στα πενήντα, καλοστεκούμενος, ντυμένος κυριλέ με μακρύ παλτό. Καταφέρνω να πιάσω αριστερή, σταματώ δίπλα του, ανοίγω το παράθυρο και του φωνάζω με χροιά νταλικέρη : «πόσο κόπανος είσαι ρε φίλε;». Η απάντηση του: προτάσσει την παλάμη προς το μέρος μου κλειστή και αποκρίνεται χαμογελώντας: «ό,τι λες καθρεφτάκι!». Για ελάχιστα δευτερόλεπτα παγώνω και μόλις συνειδητοποιώ τι είπε ο μεσιέ λύνομαι στα γέλια.

Ώσπου να φτάσω σπίτι από Βασιλίσσης Σοφίας θα ήταν και κανένα μισάωρο στο οποίο πέρασε μπροστά από τα μάτια μου όλη η παιδική μου ηλικία.

Τότε που παραμόνευα από την κλειδαρότρυπα της πόρτας του σαλονιού γιατί πίστευα πως όταν οι άνθρωποι είναι απόντες τα έπιπλα ζωντανεύουν, μιλούν και φιλιούνται.

Τότε που η μαμά μου με τάιζε κέικ παπαριασμένο στο γάλα πριν το σχολείο και μ’ έπαιρνε ο ύπνος καθιστή στην καρέκλα. Τότε που ξυπνούσαμε και τρέχαμε με τα πιζαμάκια μας και τα μαλλιά ζούγκλα κάτω από το δέντρο να δούμε τι δώρα μας είχε φέρει ο Άγιος Βασίλης και μετά ξεμαλλιαζόμασταν γιατί ο καθένας ήθελε του αλλουνού.

Τότε που μας έπαιρνε ο ύπνος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου όταν πηγαίναμε σε καμία ταβέρνα ή κέντρο και ο μπαμπάς μας ανέβαζε αγκαλιά στο κρεβάτι μας. Τότε που φορούσαμε διαφορετικές κάλτσες και βρακιά με μελλισσάκια και νομίζαμε πως το φεγγάρι ακολουθεί το αυτοκίνητο μας.

Τότε που καθόμασταν παραταγμένοι ανά ηλικία εγώ, η αδελφή μου και ο αδελφός μου οκλαδόν στο χαλί και περιμέναμε να πάει η ώρα πέντε για να ξεκινήσουν τα παιδικά με καρφωμένα τα μάτια στο πολύχρωμο ρολόι της οθόνης μετρώντας αντίθετα τα δευτερόλεπτα.

Τότε που ζωγραφίζαμε στο χαλί και ταυτόχρονα ακούγαμε στο κασετόφωνο παραμύθια Άμπρα – Κατάμπρα με αφήγηση από Αλίκη Βουγιουκλάκη, Έλλη Φωτίου, Στέφανο Ληναίο.

Τότε που ξυπνούσαμε, ντυνόμασταν σαν τα κρεμμύδια με παράταιρα σκουφιά, γάντια και κασκόλ, παίρναμε τα τρίγωνα μας και ξεχυνόμασταν στις γειτονιές τη Καισαριανής για τα κάλαντα.

Τότε που χάναμε το μεταλλικό ραβδάκι που χτυπάς το σήμαντρο και παίρναμε αντ’ αυτού πιρούνια από το συρτάρι της κουζίνας και όλοι μα όλοι μας άνοιγαν την πόρτα, μας έδιναν ψιλά και μας κερνούσαν κουραμπιέδες.

Τότε που κοιμόμασταν αγκαλιά με όλες μας τις κούκλες και τα αρκουδάκια για να μην στενοχωρηθεί κάποιο και τα βράδια καμιά φορά κατουριόμασταν πάνω μας και κλαίγαμε αλλά σε τρία λεπτά το είχαμε ξεχάσει.

Τότε που η μαμά μας ανάγκαζε να φάμε συκώτι κι εμείς δεν θέλαμε, μέχρι και μέσα στην κλειδαρότρυπα της κουζίνας το είχαμε χώσει για να το ξεφορτωθούμε.

Τότε που κάθε φορά που η μαμά έφτιαχνε κέικ ήταν μια γιορτή κι εμείς μαλώναμε ποιος θα γλύψει τον κάδο του μίξερ βουτώντας τα δάχτυλά μας μέσα στο ωμό μείγμα και η μαμά φώναζε πως το κέικ θα βγει λειψό.

«Ο αληθινός άνθρωπος φέρεται σαν παιδί. Έχει ανάγκη να παίζει, να είναι ανάγωγος, να λέει ανοησίες, να κάνει απρεπείς και ανώριμες ερωτήσεις» P. Coelho.

 Φτάνοντας στο σπίτι πάρκαρα και έμεινα λίγα λεπτά στο αυτοκίνητο. Άρχισα να μετράω με τα δάχτυλά μου πόσοι απ τους φίλους μου κουβαλούν ακόμα μέσα τους το παιδί και ποτέ δεν βιάστηκαν να το ξεφορτωθούν.

Η Ειρήνη, ο Γιώργος, η Χρύσα, ο Πέτρος, ο Κώστας, ο Νίκος… Όταν συνειδητοποίησα πως είναι αρκετοί χαμογέλασα με ικανοποίηση. Φίλησα σταυρό να προστατεύω την παιδικότητά μου σαν το πιο πολύτιμο θησαυρό και να την κουβαλάω μέσα μου ότι κι αν γίνει όσο δύσκολες και αντίξοες είναι οι συνθήκες που ζω. Γιατί πιστεύω πως το παιδί που υπάρχει μέσα μας, είτε δειλό και κρυμμένο, είτε θορυβώδες και ανάγωγο είναι η ελπίδα μας, η χαρά και ο αυθορμητισμός μας, το γέλιο και το δάκρυ μας…

Ανέβηκα στο σπίτι, πέταξα τα τακούνια, φόρεσα αταίριαστες πιζάμες και κάλτσες με πατουσάκια. Έφτιαξα γάλα με κακάο και άναψα τα λαμπάκια του δέντρου. Ξάπλωσα στο χαλί και άρχισα να παίζω παιχνίδια στο τάμπλετ. Κι όταν πήγαινα να χάσω; Πατούσα το κουμπί, το έκλεινα και ξεκινούσα απ’ την αρχή…

10392443_10205308320207875_3050436196093694823_n

Comments

comments

About Eleni Q

Με λένε Ελένη, ενίοτε και αλλιώς αλλά κυρίως έτσι. Μ΄ αρέσει να γράφω, να χορεύω, να γελάω. Δεν μ’ αρέσει να με γράφουν, να με χορεύουν (στο ταψί), να με ξε-γελούν. Μ’ αρέσει η αλητεία, τα φευγαλέα αγγίγματα, οι σφιχτές αγκαλιές, οι άδειοι δρόμοι τα ξημερώματα. Λατρεύω τον αυθορμητισμό, την τρέλα, σιχαίνομαι τις λέξεις ίσως, μπορεί, θα δούμε και δεν ξέρω. Αγαπημένα μου ρητά : «Κι αν κελαηδάει η οχιά, δεν είναι καρδερίνα» και «Όποιος κατουράει στη θάλασσα, το βρίσκει στο αλάτι». Μισώ τους δήθεν, τις γκρινιάρες, τους αναποφάσιστους, τους συγκρατημένους. Όνειρό μου : ν’ αγαπώ και ν’ αγαπιέμαι. Απωθημένο μου : ένα σπίτι με κήπο. Καταγωγή μου : Mικρασία. Πόνος μου : να μην με καταλαβαίνουν. Ευχή μου : κάποιος να διάβασε όλο αυτό και να χαμογέλασε…