Home / POINT OF U / Editors' view / Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες, η δουλειά κάνει τους άντρες – Παναγιώτης Λαμπρίδης

Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες, η δουλειά κάνει τους άντρες – Παναγιώτης Λαμπρίδης

Δουλειά
Κι αφού λοιπόν είδα κι απόειδα με τα γραφιστικά και μετά από 11 μήνες ανεργίας, κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και είπα: – Ρε καλλιτέχνη, δεν αφήνεις τις μαλακίες και να ψάξεις για τίποτις άλλο; Γιατί σε λίγο όπως πάει θα φας τις σόλες σου.

Σωστό ε; Κι έτσι λοιπόν, κάθισα να να θυμηθώ ποια είναι τα επαγγέλματα που δοκίμασα να κάνω μέχρι τα τώρα, για να δω και τι προϋπηρεσία έχω να ουμ. Για πάρτε μάτι…

Επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Παιχταρά μου. Λοιπόν το πρώτο μου επάγγελμα ήταν αυτό. Δηλαδή έβγαλα λεφτά από κάτι που έκανα για πρώτη φορά. Σημαντικόν. Ναι, γιατί μέχρι τότε τα τρωγα απ τον daddy. Σε ηλικία λοιπόν 17 και κάτι, υπέγραψα επαγγελματικό συμβόλαιο με ομάδα. Μισθός: 40 χιλιάδες το μήνα. Δραχμές μην τρελαθούμε, ε; Λοιπόν, χαρτζιλικάκι πρώτο για την εποχή, το γούσταρα και το άθλημα πολύ και πήγαινα για καριέρα. Ποια καριέρα, που άλωσα τελικά όλα τα χωμάτινα Α, Β, Γ, Δ και Ωμέγα κατηγορίας Αθηνών. Αλλά ας όψεται το κεφάλι μου. Τες πα. Δε γαμιέται είπα, θα σπουδάσω.
Μέχρι να σπουδάσω όμως, κάτι έπρεπε να κάνω. Ο daddy είχε φράγκα, αλλά εγώ ως άλλος Νίκος Ξανθόπουλος, ήθελα να βγάλω λεφτά δικά μου με ιδρώτα και αίμα. Τι μαλάκας ήμουν. Είπα λοιπόν να κάνω κάτι εύκολο. Κι αυτό ήταν…

Διανομέας εντύπων. Η πρώτη απόπειρα για πραγματική δουλειά ήταν αυτή. Μιλάμε για πολύ βαρετή μαλακία. Το λοιπόν, σκάσαμε με το φίλο μου τον Αλέξανδρο, σε μια πιτσαρία στην Καλλιθέα. Εγώ καβάλα σε μια 900ρα Kawasaki κι αυτός με το αμάξι του να μοιράσουμε φυλλάδια. Νταξ. Πως δεν κατεβήκαμε από λιμουζίνα. Ο τύπος με το που βλέπει το σκηνικό, μας έκοψε ότι ήμασταν για τα πανηγύρια, αλλά οκ, είπε να μας δοκιμάσει. Την πρώτη μέρα όλα καλά. Ξεποδάριασμα φούλ συν μπινελίκια από γριές στα κουδούνια, αλλά τσιμπήσαμε ένα χαρτζιλίκι για καφέ και τσιγάρα. Not bad για 2 ώρες. Την επόμενη μέρα όμως, αρχίσαμε τις καφρίλες και πετάξαμε τα μισά έντυπα σ’ ένα κάδο. Το αφεντικό γατόνι, μας έδωσε πούλο με συνοπτικές. Πως το κατάλαβε; Απλό. Είχε λιγότερα τηλέφωνα για παραγγελίες, στις οδούς που μοιράσαμε. Ρε πούστη, κι είχαμε σπάσει το κεφάλι μας τότε, ποιος καριόλης μας κάρφωσε. Εμπειρία όμως κι αυτή. Πάμε παρακάτω.

Σερβιτόρος Δεξιώσεων. Οκ. Ίσως η πιο πακέτο δουλειά που’ χω κάνει. Θα καταλάβετε γιατί. Πάλι με τον Αλέξανδρο λοιπόν, πήγαμε να δουλέψουμε μαζί. Αυτή τη φορά σε δεξίωση που έκανε το Caravel. Το menu περιελάμβανε: Φόρτωμα τραπεζιών- καρεκλών, πιρουνιών, μαχαιριών, σκατών κλπ κλπ μεταφορά με φορτηγό, στήσιμο στην παραλία, σερβίρισμα, ξεστήσιμο, φόρτωμα σε φορτηγό, καθάρισμα, επιστροφή ξεφόρτωμα και γειά σας. Εύκολο ε; Ναι, αμέ. Αν δεν διαρκούσε 18 ώρες όλο το γεγονός κι αν δεν είχα τη φαεινή ιδέα να βάλω δίπατες wehrmacht για να σερβίρω θα’ ταν απλά κουραστικό. Αυτό που πέρασα με τις μπότες ήταν Γολγοθάς. Αλλά τι να’ κανα; Ήταν ότι πιο κοντινό είχα σε μαύρο παπούτσι. Φόραγα και παπιγιόν. Έλεος. Μου βγήκε ο πάτος κυριολεκτικά. Εδώ έχω αρχίσει και πιάνω το νόημα, για το πως βγαίνουν τα λεφτά. Καλό μου κανε. Neeext.

Διανομέας πίτσας. Νταξ. Απ τις ωραιότερες εμπειρίες. Καλοκαιράκι, στο παπί αλα Μήτρογλου, 6ωρο, στις 12 σχόλαγα και ότι είχα βγάλει τα’ τρωγα στα διπλανά μπαράκια με μια σερβιτόρα που τα χα φτιάξει απ’ το απέναντι μαγαζί. Από τα ομορφότερα καλοκαίρια. Έστω κι αν το αφεντικό ήταν Σκρούτζ και δεν μας έβγαζε ούτε ένα κομματάκι πίτσα να κεράσει. Αλλά τον τακτοποιήσαμε. Κάναμε παραγγελίες από καρτοτηλέφωνο πίτσα με ανανά, εξωτική κι έτσι. Πήγαινε ο πιτσαδόρος, λάθος η παραγγελία. Αναγκαστικά γύριζε πίσω, δεν μπορούσε να τη δώσει ο μαλάκας ο boss πουθενά αλλού με το φρούτο μέσα στα τυριά, (αλήθεια πως την τρώνε αυτή τη μαλακία) και στο τέλος αναγκαζόταν να μας τη δώσει εμάς, όπου την τρώγαμε βγάζοντας απλά τον ανανά. Να να να να νααααα.

Κούριερ. Αφού δοκίμασα την πιτσαρία, ε να μην πήγαινα και στο διπλανό επάγγελμα; Ήταν άκρως κουραστικότερο βέβαια, γιατί γύριζες όλη την Αθήνα. Πίκρα. Και όταν το αφεντικό σου νομίζει, ότι προσέλαβε τον Γιουσέιν Μπολτ και σου μετράει και το χιλιόμετρο στο παπί, τότε καταλαβαίνετε ότι και 15 μέρες που άντεξα ήταν πολλές. Βασικά δεν έφυγα, με έδιωξαν, γιατί μια μέρα δεν πήγα καθόλου δουλειά, επειδή ο αρχηγός ήθελε να ξυπνήσω στις 7 και να μοιράσω κάτι δέματα στην Κηφισιά. Στην Κηφισιά; Πωωωω. Και στις 7; Πωωωωωωωω. Μεγάλε, που έπεσες; Δεν ήξερες δεν ρώταγες; Σιχάθηκα τη ζωή μου. Και τότε είπα. Κοιμήσου, αγόρι μου. Ήρθε η ώρα να απολυθείς. Ε και αριβεντέρτσι.

Μπουφετζής. Είχα πάρει σβάρνα που λέτε τις αγγελίες να βρώ δουλειά. Αυτό δεν το χα ξαναδοκιμάσει, λέω δε γαμιέται θα πάω. Ήταν ένα μαγαζί στο Κολωνάκι. Το αφεντικό ψιλομυστήριο, ισορροπούσε ανάμεσα σε gay σαδομαζό και αλκοολικό ταβερνιάρη. Καλό παλικάρι όμως. Του’ πα δεν το χω με το μπουφέ, αλλά μου λέει εντάξει δεν είναι και πυρηνικός αντιδραστήρας η εσπρεσσιέρα. Θα μάθεις. Ε, είδα θετικό το κλίμα, δεν ήτανε και γάιδαρος, λέω κι εγώ θα μάθω. Οκ. Την πρώτη μέρα που λέτε, είχα εκπαίδευση. Δεν πάτησε άνθρωπος στο μαγαζί. Τη δεύτερη το ίδιο. Ήπια 45 καφέδες μόνος μου. Παραλίγο να με πιάσει επιληψία. Του λέω μάστορα, δεν σου’ φερα γούρι. Μήπως να σε χαιρετήσω; Ε και έτσι χαμογελαστοί, χωρίσαμε τα τσανάκια μας. Τι να κάνεις. Η ζωή συνεχίζεται.

Στρατιώτης. Και μετά από όλα αυτά, με κάλεσε η μαμά πατρίδα να την υπηρετήσω. Και πήγα. Θα μου πείτε, τι δουλειά έχει το φανταρικό σε άρθρο για επαγγέλματα; Πως δεν έχει. Αφού πληρωνόμουν 1000 δραχμές το μήνα. Και από τη στιγμή που πληρώθηκα, αυτό σημαίνει ότι έκανα κι αυτό το επάγγελμα. Και εδώ που τα λέμε να πω, ότι ο μισθός τόσος πρέπει να είναι γιατί δεν κάνεις τίποτα. Όλη μέρα τακ τακ τακ, τουκ τουκ τουκ. Πιο άχρηστος δεν ένιωσα ποτέ στη ζωή μου. 1,5 χρόνο έκατσα, για πράγματα που θα μπορούσα να μάθω σε ένα μήνα. Τες πα. Λεπτομέρειες. Θα επεκταθώ στο θέμα άλλη ώρα. Απολύθηκα που λέτε και μετά έγινα…

Καφετζής. Αυτό ήταν και το επάγγελμα που έκανε ο πατέρας μου. Μετά το στρατό τι να κάνω ο άτυχος, δέχτηκα να σερβίρω τους παππούδες, στο καφενείο που διατηρούσε η οικογένεια. Αλλά δεν ήταν δουλειά για μένα. Με το ζόρι ξύπναγα στις 3 το μεσημέρι, για να αλλάξω τους δικούς μου στη βάρδια. Βαριόμουν τόσο ελεεινά, σε σημείο που άφηνα τους πελάτες μόνους τους να αυτοσερβιρίζονται και την κοπανούσα για καφέ στο Θησείο. Ρεμάλι ολκής. Μια φορά τους άφησα και τα κλειδιά να κλείσουν. Να σκουπίσουν δεν τους είπα, θα’ ταν χοντρό. Μ; έψαχνε κι η μάνα μου κάθε μέρα. Δεν κράτησε πολύ απ’ ότι φαντάζεστε. Και τότε έφτασαν οι μέρες για διακοπές. Δοκίμασα λοιπόν να γίνω και…

Ζωγράφος. Το χα ρε παιδί μου το καλλιτεχνικό από ανέκαθεν. Και όταν ο φίλος μου ο Μάριος με την Κατερίνα, μου ανέθεσαν να τους ζωγραφίσω ένα πανό για το beach bar που είχαν στη Μυτιλήνη, ήμουν πολύ χαρούμενος που θα έβλεπε ο κόσμος ένα αριστούργημα του Έλληνα Βαν Γκογκ (μη χέσω). Κατά τ άλλα μπογιές, καφεδάκι, ήλιος, μαγιό και γκομενάκια ολούθε να παρακολουθούν τον καλλιτέχνη. Καυλίαση φουλ. Not bad ε; Αλλά πληρώθηκα σε τεκίλες. Μετά το χειμώνα ζωγράφισα κάτι πίνακες. Έκανα και έκθεση.

Διακοσμητής πάρτι. Λοιπόν αυτό το επάγγελμα είναι δική μου εφεύρεση. Μια εποχή, μου ζήτησε ένας φίλος να πάω από νωρίς, να φτιάξουμε το χώρο που θα’ κανε πάρτι. Πήγα που λέτε και του φερα κάτι black light και κάτι φωτιστικά περίεργα που έφτιαχνα, γιατί τότε την είχα δει και πολύ designer. Μαζί με αυτά, κρεμάσαμε και κάτι κωλόχαρτα στους πολυελαίους και το κάναμε space το παρτάκιον. Ανέλπιστα, είχε τόση επιτυχία, που μου ζήτησαν κι άλλοι να του κάνω διακόσμηση. Μετά και άλλοι και εκεί άρχισα να πληρώνομαι κιόλας. Με λεφτά και όχι με ποτά. Μέχρι που μια φίλη μου η Πόλα, μου ζήτησε να κάνω διακόσμηση στο γάμο της στην Ικαρία. Τι να σας πώ; Ένα πάρτι στην παραλία κάναμε και πήγα κι έβαψα όλα τα βότσαλα φωσφόριζε να φωτίζουν το βράδυ με το black light. Νταξ. Ξεφευγαντάν. Ωραία φάση κι αυτή. Ωραίες εποχές. Και φτάσαμε σιγά σιγά και στο βασικό επάγγελμα.

Γραφίστας. Χα. Αυτό γράφει η ταυτότητα. Μεγάλη ιστορία. Ο πατέρας μου είχε καημό να περάσω στο πανεπιστήμιο να λέει ότι ο γιος του είναι σπουδαγμένος. Πάλι καλά δεν μου’ κατσε. Και έτσι, σπούδασα σε ένα ταπεινό ΙΕΚ. Ο πρώτος που με προσέλαβε, ήταν μιλημένος και με πήρε στην εταιρία του. Επιγραφές σχεδίαζαν. Την πρώτη μέρα μπήκα σε μια μεγάλη αίθουσα με γραφεία όπου εκεί τι να δω. Δεκατέσσερις γραφίστριες κι εγώ. Άντρας δεν έπαιζε. Ω, ρε μάνα μου. Έσκασε ο κόκορας στο κοτέτσι. Έτσι είναι η γραφιστική; Εδώ θα αφήσω τα πούπουλά μου. Ε, και είπα να’ μαι σοβαρός. Το αφεντικό όμως ήταν πολύ μάλαξ. Πήγαινα να βάλω καφέ και με κοίταγε με στύλ – ”Ρε αλητάμπουρα, εγώ σε πληρώνω να δουλεύεις κι εσύ πίνεις καφέδες, εεεεεεεεεεε τομάριιιιιιιι”. Χμ. Έκανα όμως υπομονή. Μια μέρα μου κανε παρατήρηση, γιατί δούλευα κι ήμουν σταυροπόδι. Έλεος. Κατάλαβα ότι δεν είχα και πολλά ψωμιά εκεί μέσα. Ώσπου μια μέρα, αποφάσισε να κάνει περικοπές. Ε, και πόσες πιθανότητες είχα να μείνω, όσες ο Ολυμπιακός να νικήσει τη Μπαρτσελόνα στο Καμπ Νόου. Νταξ. Αναμενόμενο. Τελευταία μέρα λοιπόν, αφού είχα μάθει ότι θα απολυθώ, πήγα και έβαλα 17 καφέδες κοιτάζοντάς τον στα μάτια, γυρνοβολούσα στα γραφεία ενώ καθόμουν σταυροπόδι, τσίμπησα δυο τηλεφωνάκια από συναδέλφισσες, έτσι μωρέ για να μην χαθούμε, πήρα μια ωραία αποζημίωση και πήγα διακοπές. Τέλεια. Αφού γύρισα όμως κάτι θα πρεπε να κάνω. Και πήγα…

Σερβιτόρος σε μπαρ. Είχα ένα φίλο που λέτε τον Αντρέα, που δούλευε DJ. Τον έπιασα και του είπα: ”Ρε συ Αντρέα, αν πάρει το αυτί σου καμιά δουλίτσα σερβιτοριλίκι το βράδυ, πες μου”. Ε και με πήρε. Αλλά που; Σε ένα πάρτι με 300 άτομα τίγκα, όπου ο μόνος σερβιτόρος ήμουν εγώ. Βέγγος. Δεν έπαιζε να παίρνω παραγγελίες, μόνο ποτήρια μάζευα, όπου κι εκεί καταλαβαίνετε τι γινόταν. Τα κουτσοκατάφερνα, μέχρι που ένας εκκεντρικός πελάτης, αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να με δέσει με τις χειροπέδες που είχε στην κωλότσεπη. – Ρε τι κάνεις, είσαι χαζός; του λέω κρατώντας το δίσκο με φουλ ποτήρια πάνω απ το κεφάλι μου. Το τυπάκι, γεια χαρά. Πρέπει να’ χε φάει ένα πακέτο χαρτί Α4 ποτισμένο με LSD. Τελικά μ’ έσωσε η γκόμενά του. Αλλά στο δεύτερο χτύπημα δεν άντεξα. Κι αυτό ήταν ότι η λαντζέρισσα αποφάσισε να παραιτηθεί, την ώρα που γινόταν της εκδιδομένης. Ποτήρια καθαρά: Over. Ε, κιι εκεί κάνω την ταρζανιά, σαν φιλότιμο παιδί που είμαι και μπουκάρω μέσα στην κουζίνα. Εκεί τι να κάνω, να πλύνω; Δε γαμείς. Απλά άδειασα μερικά άπλυτα, απ’ αυτά που μάζευα και τα γύρισα χύμα στην μπαργούμαν. Τέλεια. Λίγο θολά ήταν, αλλά δεν κατάλαβε κανείς τίποτα. Μετά από όλη αυτή την ταλαιπωρία των 10 ωρών, το αφεντικό αποφάσισε να μου δώσει 8 χιλιάρικα, αντί για 10 που ‘χαμε συμφωνήσει. Μα λέω αφεντικό, 10 είχαμε πει. Μου κάνει καλά, πάρε αυτά και την επόμενη φορά θα σου δώσω 10. Τα πήρα. Και του λέω ”Ρε τσίπη, εδώ έκανα και τη λαντζέρισσα και μου κόβεις και 2 χιλιάρικα; Δεν πας να κάνεις έρωτα; Ε, και όπως καταλάβατε δεν ξαναπήγα. Ο Αντρέας όμως δεν το βαλε κάτω κι ήθελε να μου βρει δουλειά βράδυ. Και έγινα…

DJ. Με παίρνει λοιπόν τηλέφωνο μια μέρα και μου λέει: ”- Ρε μαλάκα, θες να παίξεις DJ σε ένα καφέ στην Ελευσίνα;” Μπαρδόν; “Από που κι ως που ρε συ Αντρέα, του λέω”; ‘Ρε συ”, μου λέει, “έχω κλείσει από λάθος να παίξω σε 2 μαγαζιά την ίδια ώρα και θα εκτεθώ. Και σκέφτηκα να πας εσύ”. “Μα, ρε παπάρα” του λέω, “εγώ δεν ξέρω να ανοίγω ούτε το ράδιο, θα παίξω και μουσική”; “Μην ανησυχείς”, μου λέει, “θα ρθω εγώ να σου δείξω στην αρχή και μετά θα φύγω. Θα σου αφήσω και κάτι Cd και μια χαρά.” “Ε, άντε καλά”, του λέω. “Θα φορέσω μια πανοπλία και θα ρθω.” “Γιατί;”, με ρωτάει. “Γιατί θα φάμε πολύ ξύλο, φίλε”. “Άντε, ρε μαλάκα”, μου λέει, μια χαρά θα τα πας.” Ε και πήγα. Και περιμένω εγώ τον Αντρέα να ρθει να μου δείξει τίποτα, που’ ναι ο Αντρέας, πουθενά ο Αντρέας. Οϊμέ. Και τι θα κάνω εγώ τώρα σε ένα μαγαζί με 200 άτομα; Να τους τραγουδήσω α καπέλα; Δεν το ‘χω. Με πιάνει κρύος ιδρώτας. Αλλά λέω, όχι ρε πούστη, θέλει θράσος. Η που θα με δείρουν, ή που θα πιάσω δουλειά. Και απεδέχθην το challenge. Και τελικά πήγαν όλα καλά. Βρήκα μετά από μισάωρο, πως παίζουν εκεί τα μπλιμπλίκια, τους έβαλα και κάτι Ελληνικά ροκ που το ‘χα και για καλή μου τύχη, έπεσα και σε ροκά αφεντικό. Με λάτρεψε. Κι έτσι ξεκίνησε μια πορεία, που τραβά ως και σήμερα. Αυτά. Να σκεφτώ. Τι άλλο έκανα; Α, ναι. Τώρα τελευταία, είχα και την εμπειρία να δοκιμαστώ σαν..

Αγρότης. Ανεπανάληπτο. Εγώ κι οι άνεργοι φίλοι μου, πήγαμε σε ένα κτήμα να φυτέψουμε ροδιές. Στην Ανάβυσσο. Άβυσσος. Το κτήμα. Ήταν 60 στρέμματα και έπρεπε να φυτέψουμε 3600 δέντρα. Μάνα μου. Με το που το βλέπω, λέω στο αφεντικό: ”Πας καλά; Σε τρεις μέρες να κάνουμε όλο αυτό;”.” Έλα” μου λέει ρε, “εύκολο είναι”. Ναι, τι να σου πω.” Αλλά τελικά, ήταν από τις καλύτερες φάσεις που λέτε. Ήλιος, χώματα, γέλια κι οι φίλοι μου. Απ’ τις πιο σκληρές δουλειές, μαζί με το σερβιτοριλίκι δεξιώσεων, αλλά τελικά σημασία είχε ότι το είδαμε αλλιώς και περάσαμε καλά. Έστω κι αν έφαγα το μυγάκι με το κουτάλι, έστω κι αν η μέση μου βάρεσε μπιέλα το φχαριστηθήκα. Βίτσια έχεις, θα μου πείτε. Χμ όχι, αλλά μάλλον μετά από 15ετη δουλειά σε γραφείο, είχα ανάγκη να δουλέψω στο ύπαιθρο. Κάπου εκεί θα καταλήξω στο τέλος, να μου το θυμηθείτε. Εκτός κι αν γίνω…

Στιχουργός. Τα’ παμε. Αφού πληρωθείς από μια δουλειά, αυτό σημαίνει ότι το ‘χεις κάνει το επάγγελμα. Κι αφού έχω πάρει 25 ευρώ από την ΑΕΠΙ για 2 τραγούδια που ‘χω γράψει, τότε θεωρούμαι επαγγελματίας. Ε; Ναι. Καλά οκ. Μη βαράτε. Λοιπόν, με έχει βαρέσει η κουλτούρα στο κεφάλι τα τελευταία χρόνια. Θυμάμαι όμως, ότι κι από μικρός έφτιαχνα κοροϊδευτικά στιχάκια για τους συμμαθητές μου. Πολύ μ αγαπούσαν. Ε κι αφού κάτι έκανα σ αυτούς, είπα δεν μπορεί δεν θα περάσουν απαρατήρητα. Κι είπα να το δω πιο σοβαρά το θέμα. 20 χρόνια μετά βέβαια, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Και δώσε πόνο. Άρχισα να γράφω λαϊκά, ροκ, έντεχνα, άτεχνα ότι γουστάρετε. Wannabe η αρσενική Ναταλία Γερμανού. Χμ. Όχι, Γερμανού. Είπαμε να στηρίξουμε τα Ελληνικά προϊόντα. Κάτι άλλο τέλος πάντων. Θέλετε στιχάκι; Όχι τώρα, δεν μου ‘ρχεται. Επιφυλάσσομαι για αργότερα. Επιμένετε, ε; Καλά λοιπόν, πάρτε το: Αφού τις τέχνες έπιασα κι έγινα στιχουργός, μπορεί και να μου ταίριαζε να γίνω..

Ηθοποιός. Νταξ. Ευχαριστημένοι; Έγινε λοιπόν, κι αυτό. Μουγκός ρόλος βέβαια, γιατί γυρίζαμε βίντεο κλιπ κι έπρεπε να παίζει τραγούδι. Αλλά δεν με πείραξε. Κι ο Τσάρλι Τσάπλιν άλλωστε έτσι δεν ξεκίνησε; Τι να πω για αυτή μου την εμπειρία, όλα καλά. Λίγο ζορίστηκα στο ξύπνημα, λίγο τρέξιμο πήγαινε έλα με τα αμάξια και τα τραμ, λίγο ντύσιμο γδύσιμο αλλά η παρέα ήταν σούπερ, η διάθεση στα ύψη και τελικά τα αποτελέσματα με δικαίωσαν. Δεν το ποστάρω γιατί πρέπει να κρατήσω χαμηλό προφίλ. Εδώ μπορείτε να μουτζώσετε. Και με τα πολλά φτάσαμε στο τέλος. Είπα λοιπόν να δοκιμάσω να γίνω και…

Αρθρογράφος. Κέντα. Το τελευταίο επάγγελμα που εξασκώ. Δεν ξέρω το πως, τι, που, και γιατί, ξέρω ότι αν διαβάζετε αυτό το κείμενο θα έχει εγκριθεί στο Kiss My Grass το οποίο κατά έναν μαζοχιστικό τρόπο ενδιαφέρεται για τις μπαρούφες που γράφω. Και για να διατηρήσουμε και τους τύπους και τους κανόνες είπαμε ότι ένα επάγγελμα θεωρείτε ότι το εξάσκησες αν πληρώθηκες από αυτό. Λοιπόν κύρια Αρχισυντάκτισσα μου, θα ήθελα 150 ευρώ για αυτό το κείμενο. Ορίστε; Δεν σας άκουσα; Να περάσω την Παρασκευή απ το γραφείο σας. Χμ. Δεν μου ακούστηκε καλό. Εεεμ. Τι να πω. Ναι, δεν πειράζει. Ας το αφήσουμε για αργότερα. Ή αν θέλετε μπορείτε, να με πλερώσετε σε ποτά. Στους τρόπους πληρωμής ήμουν πάντα ανοιχτός όπως θα έχετε καταλάβει. Ορθάνοιχτος θα έλεγα…

Comments

comments

About Παναγιώτης Λαμπρίδης

Αλόχα. Είμαι ο Πάνος κι είμαι καλά. Γραφίστας στο επάγγελμα, από Μυτιλήνη κατάγομαι και ξέρω από καλό λάδι. Όταν είμαι πολύ καλά, γράφω κανένα κειμενάκι, έτσι για τη χαρά του παιδιού. Κατά τα άλλα, μ αρέσουν οι ευγενικοί άνθρωποι, τα ειλικρινή χαμόγελα και να μην έχω άδικο. Τα υπόλοιπα θα τα ανακαλύψετε εν καιρώ. See ya.