Home / POINT OF U / Guest Stars' view / Τάνια Τσανακλίδου: Εγώ αισθάνομαι ολομόναχη

Τάνια Τσανακλίδου: Εγώ αισθάνομαι ολομόναχη

Το 1988 η μπόχα των σκανδάλων δεν είχε ακόμα βρωμίσει τις ζωές μας αλλά το νιώθαμε στην ατμόσφαιρα πως κάτι κακό παραμόνευε πίσω από τις ευδαιμονικές φάτσες όσων έκαναν κουμάντο στη χώρα. Ένας χρόνος χρειάστηκε μόνο για να σπάσει το σπυρί και να γεμίσει πύον η πολιτική ζωή, αν και σε πείσμα όλων αυτών των νοσηρών πραγμάτων η Αθήνα συνέχισε να γοητεύει και να ελκύει σαν μαγνήτης όλους εμάς που εγκαταλείψαμε τις επαρχίες για τα αναπάντεχα της μεγάλης πόλης.
Ήταν λοιπόν ένα πρωινό του ’88, έμενα τότε σε ένα δώμα στου Γκύζη με ένα ραδιόφωνο που κολλημένο στον 9.84. Πρώτα θυμάμαι με καθήλωσε η συγκίνηση στη φωνή της και μετά ήταν εκείνοι οι στίχοι που έλεγαν τα πιο απλά πράγματα με τον πιο βαθύ τρόπο. Δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε να με συγκλόνισε τόσο το πρώτο άκουσμα ενός τραγουδιού, ούτε να είχα ξανά τόσο ακριβή συναίσθηση πως αυτό που συνέβαινε εκείνη την ώρα ήταν ένα αποτύπωμα που δεν θα έσβηνε ποτέ από το τοπίο της ελληνικής μουσικής. Έτσι αγάπησα εγώ την Τσανακλίδου, ακαριαία, από εκείνο το ανέλπιστο «Μαμά Γερνάω». Και από τότε την παρακολουθώ σε όλα όσα κάνει με απέραντο σεβασμό, για τη θεατρικότητά της, το βιμπράτο της, το συναίσθημά της, αλλά κυρίως για την ειλικρίνεια με την οποία διαχειρίζεται το ταλέντο που της χαρίστηκε τόσο απλόχερα. 
Δεν της λέω τίποτε απ’ όλα αυτά, παρά μόνο ανταλλάσσουμε κάποιες τυπικές κουβέντες μέχρι να έρθουν οι καφέδες μας. Όσο καιρό κι αν κάνω αυτή τη δουλειά δεν θα συνηθίσω ποτέ την αμηχανία των πρώτων λεπτών μιας συνέντευξης, ειδικά όταν θες ο άλλος να σου ανοίξει μια χαραμάδα έστω απ’ τη ζωή του. Βλέπω απέναντί μου αυτή τη γυναίκα με τα μαύρα γυαλιά και το μόνο που μου έρχεται να της πω είναι πως είκοσι χρόνια πριν είχαμε πάλι συναντηθεί -φυσικά και δεν το θυμάται- κατ’ ακρίβειαν ήταν το καλοκαίρι του ’93 και πάλι ελληνικό καφέ παρήγγειλε, σε ένα καφενείο στην παλιά Λευκωσία…
Γράφει: Σταύρος Χριστοδούλου
Φωτογραφίες: Aπό το προσωπικό αρχείο της Τάνιας Τσανακλίδου
– Διάβασα λοιπόν ξανά εκείνη τη συνέντευξη και διαπίστωσα πως πολλά από όσα είπατε τότε θα μπορούσαν να λέγονταν και σήμερα.
Γιατί δεν λέω ψέματα. Συνηθίζεται όταν κάποιος δίνει μια συνέντευξη να το κάνει για να προωθήσει τη δουλειά του. Εμένα δεν με ενδιαφέρει αυτό το πράγμα παρότι γι’ αυτό τις κάνουμε τις συνεντεύξεις. Δηλαδή πρώτα θα σας πω τι σκέφτομαι και στο τέλος, αν έχω κάποια καινούρια δουλειά προς κυκλοφορία, θα μιλήσουμε και γι’ αυτό. Ίσως γιατί οι δουλειές που κάνω είναι απόρροια αυτών που σκέφτομαι, δεν είναι απλά επιλογές επιβίωσης. Κι όταν λέω επιβίωσης, εννοώ και καλλιτεχνικής επιβίωσης.
– Εξ ου και κάνατε μεγάλα διαλείμματα κατά καιρούς;
Ακριβώς. Και θα συνεχίσω να το κάνω χωρίς να μετανιώνω καθόλου γι’ αυτό. Έχω κάτι να πω; Θα βγω να το πω. Αυτό συνάδει με τις εκάστοτε θέσεις μου, με την προσωπικότητά μου, το χαρακτήρα μου, τις αγωνίες μου. Οι άνθρωποι αλλάζουμε στο δρόμο, αλλά ένα βασικό, αξιακό σύστημα παραμένει ίδιο.
– Γνωρίζοντας το κόστος μιας τέτοιας απόφασης; 
Υπήρξε ένα διάστημα στη ζωή μου και στην καριέρα μου, που δεν κράτησε πάρα πολύ, καμιά πενταετία, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση. Στο τέλος αυτής της περιόδου -όταν πλέον σωριάστηκε εκκωφαντικά, εκθέτοντας ανθρώπους και έργα που δεν διαπνέονταν από κανένα ταλέντο ή έμπνευση- πήρα των οματιών μου και έφυγα απ’ αυτό το χώρο. Συμβολικά το λέω.
– Λέτε για την πρώτη εποχή του ΠΑΣΟΚ; 
Ναι, του άθλιου ΠΑΣΟΚ που ψήφισα το ’81 και ακριβώς γι’ αυτό το σιχάθηκα. Επειδή το πίστεψα. Εκείνο λοιπόν τον καιρό που ήρθε η λαίλαπα του ΠΑΣΟΚ και σάρωσε τον πολιτισμό -κυρίως τον πολιτισμό αλλά και τα ήθη των Ελλήνων εκμαυλίζοντας και διαφθείροντάς τους- σαν να κατέβασα κι εγώ τα δικά μου ρολά. Έκανα δουλειές αυστηρά επαγγελματικές που όμως δεν με οδήγησαν πουθενά καλλιτεχνικά. Είπα ότι δεν κάνω γι’ αυτό τον κόσμο και άντε γεια. Και έτσι, μετά από αυτή την πενταετία, αποσύρθηκα πάλι και ξεκίνησα να κάνω αυτά που κάνω μέχρι τώρα, με ένα μοναχικό αλλά σταθερό τρόπο.
– Και με ένα κοινό που σας ακολουθεί πολύ πιστά.
Δεν απευθύνομαι σε πάρα πολύ κόσμο. Έχω απόλυτη συνείδηση του ποια είμαι και τι κάνω. Είναι κάποιοι άνθρωποι όμως που, ακριβώς επειδή λέω αλήθειες, αναγνωρίζουν τη δική τους αλήθεια σε μένα. Και έρχονται κοντά.
– «Δεν ζω με δανεικά απ’ τις ζωές των άλλων» μου είχατε πει σε εκείνη τη συνέντευξη τότε… 
Και ούτε με δανεικά από τις τράπεζες γενικά. Η μάνα μου μού έλεγε πάντοτε «ν’ απλώνεις τα πόδια σου ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά σου». Αλλά είναι και κάτι βαθύτερο δικό μου… Πως όταν χρωστάς είσαι ανελεύθερος. Δηλαδή, αν έχω δανειστεί από μια τράπεζα για να κτίσω ένα σπίτι, δεν θα μπορώ να πω όχι σε μια δουλειά που δεν μου αρέσει. Τόσο απλά.
– Μα δεν υπάρχει πιο χαρακτηριστικό απ’ αυτό που έγινε εδώ, όταν ζούσαμε στη φούσκα των τραπεζών. 
Και εμείς σε μια φούσκα ζούσαμε. Όλα δανεικά, όλα πλαστικά. Είχα δώσει μια συνέντευξη τη δεκαετία του ’80 που θεωρήσανε ότι ήμουν παλαβή. Είχα πει, τότε, πως ζούμε με ψεύτικα λεφτά, ότι η ζωή μας είναι ψεύτικη και η ευμάρεια είναι πλαστή. Κάποια στιγμή θα ξυπνήσουμε και δεν θα έχουμε τίποτα, ούτε καν συντάξεις. Και δεν τα έλεγα γιατί ήμουν προφήτισσα αλλά γιατί από τότε διάβαζα.
– Σήμερα πού μπορεί να ακουμπήσει κανείς την ελπίδα του; 
Γκρεμίζοντας τον υπάρχοντα κόσμο. Τέλος! Δεν υπάρχει σωτηρία. Πρέπει οι νέοι άνθρωποι να τα γκρεμίσουν όλα. Και εμάς που μιλάμε τώρα. Γιατί είμαστε κομμάτια ενός κόσμου παλιού. Φθαρμένου και σάπιου.
– Εσείς αισθάνεστε κομμάτι του κατεστημένου; 
Εγώ αισθάνομαι ολομόναχη… Όταν ξεκίνησε η ιστορία του μνημονίου στην Ελλάδα ήμουν απ’ αυτούς που κορόιδευαν οι άλλοι, ονομάζοντάς τους αγανακτισμένους. Πήγαινα κάθε μέρα στο Σύνταγμα, έχω φάει του κόσμου τα χημικά, για δυο χρόνια δεν μπορούσα να τραγουδήσω απ’ αυτά που εισέπνευσα. Σε εκείνη την πλατεία, λοιπόν, έβλεπα τον κόσμο να λιγοστεύει και ως εκ θαύματος δεν ήρθαν οι άνεργοι, δεν ήρθαν αυτοί που άμεσα πλήττονταν απ’ αυτή την ιστορία. Ήμασταν μόνο κάτι ρομαντικοί βλάκες που βγαίναμε έξω και φωνάζαμε για τις ζωές των άλλων.
– Ο φόβος τους κράταγε πίσω; 
Αυτή η κοινωνία θα πεθάνει από αδιαφορία. Πολύ δύσκολα πια αναλαμβάνουμε την ευθύνη για μια σχέση, για τον εαυτό μας, για τη ζωή μας. Θέλουμε να το κάνει κάποιος άλλος για εμάς. Δεν ξέρω πώς ήταν σε άλλες κοινωνίες, παλιότερα. Πάντως, όταν εγώ ήμουνα νέα δεν ήταν έτσι.
– Κι όταν νιώθεις μόνος τι κάνεις; 
Μικραίνεις τον κύκλο των φίλων, των επαφών σου, των εργασιών σου.
– Ο δικός σας κύκλος τι εμπεριέχει; 
Πολύ λίγους ανθρώπους, πολύ λίγα ενδιαφέροντα και πολύ λίγα όνειρα.
– Λίγα όνειρα σημαίνει ότι;
Ότι γίνεσαι πια ρεαλιστής και αναγνωρίζεις τι δυνατότητες έχει η ζωή σου και η ζωή γενικά.
– Είναι ένα περίεργο με σας. Ενώ αισθάνεστε έτσι, βγάζετε τόση ζωντάνια στη σκηνή … 
Γιατί είναι κάτι μέσα μου σαν ηφαίστειο. Όλη αυτή η ενέργεια βεβαίως, αν δεν στηριζόταν σε ένα βαθύ σκοτάδι, θα ήταν μια φρικτή ανοησία.
– Αλήθεια, τις μεγαλύτερες συγκινήσεις από την τέχνη τις πήρατε ή απ’ τη ζωή;
Και απ’ τα δυο. Δεν τα έχω ξεχωρίσει. Από οκτώ χρονών παιδί είμαι στο θέατρο. Έπαιζα στην αλάνα και κάποια στιγμή αυτή αντικαταστάθηκε από τη σκηνή του θεάτρου. Θα σας πω κάτι που είναι παράξενο. Όταν ήμουν τεσσάρων χρονών και ζούσαμε ακόμα στη Δράμα, δεν είχα δει ποτέ στη ζωή μου θέατρο, ούτε βέβαια τηλεόραση. Τα μεσημέρια που μας έβαζαν οι γονείς μας να κοιμηθούμε, εγώ δεν κοιμόμουνα, ήμασταν πέντε αδέλφια, εγώ είμαι το μεσαίο παιδί, και καθόμουν στο περβάζι του παραθύρου, έτσι όπως ήταν τα παντζούρια με το μάνταλο, μισάνοιχτα, και τους έλεγα, τώρα θα ανοίξει η σκηνή. Ποια σκηνή; Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να ξέρω πώς είναι η σκηνή. Και τι είναι το υποδύεσθαι;
– Λες κι ήσασταν φτιαγμένη γι’ αυτό.
Δεν ξέρω… Με έναν πολύ παράξενο τρόπο για μένα αυτά τα δυο είναι το ίδιο. Ακούω διάφορες συναδέλφους να λένε «θα πεθάνω άμα σταματήσω να βγαίνω στη σκηνή». Εγώ δεν είμαι καθόλου έτσι. Δεν έχω την ανάγκη να βγω στη σκηνή. Όταν βγω όμως συμβαίνουν πράγματα μαγικά.
– Τι καθορίζει αυτή τη σχέση;
Την καθορίζει αυτή η τρομερή οικειότητα που έχω. Όταν είμαι στη σκηνή είναι λες και είμαι στο σπίτι μου.
– Το βιώνετε σε σχέση με τον κόσμο ή είναι πιο πολύ δικό σας; 
Δικό μου αλλά αν δεν το μοιραστώ, αν δεν υπάρξει επικοινωνία, αυτό καταρρέει. Είμαι μόνη μου αλλά έχω πάντα την αίσθηση ότι εδώ πέρα κάνουμε κάτι όλοι μαζί.
– Και μετά, όταν τελειώνει, κλείνεστε πάλι μέσα σας; 
Βεβαίως. Θα πάω πάλι στο χωριό ή στο σπίτι μου, όπου σπάνια βγαίνω έξω, και με τους τρεις τέσσερις φίλους που έχω θα παίζουμε μπιρίμπα.
Γελάει και είναι η πρώτη στιγμή που την αισθάνομαι οικεία, σαν να αποφάσισε να τραβήξει την κουρτίνα και να επιτρέψει στην κουβέντα μας να γίνει λίγο πιο προσωπική. Σκέφτομαι πόσο διαφορετική είναι από τη γυναίκα που έβλεπα το προηγούμενο βράδυ στη σκηνή. Όλη εκείνη η ενέργεια, η δύναμη, το συναίσθημα που υπερχείλιζε σε κάθε ερμηνεία ήταν μια υπόθεση με αρχή, μέση και τέλος. Η γυναίκα που κάθεται απέναντί μου δεν υποδύεται κανένα ρόλο, ούτε καν αυτό του επώνυμου εαυτού της, αλλά μιλάει αυθόρμητα, καθώς πίνει μικρές γουλιές από τον καφέ της και αποκαλύπτει όσες από τις αλήθειες της κρίνει πως μπορούν να εκτεθούν σε κοινή θέα.
– Υπήρξαν στιγμές που αυτή η μοναχικότητα σάς τρόμαξε
Ναι, με τρόμαξε γιατί κάποιες στιγμές αισθάνθηκα σαν τέρας. Τέρας! Σκεφτόμουν, πώς είναι δυνατόν να ζω χωρίς τους άλλους;
– Είχατε απομονωθεί;
Και τώρα τέτοια φάση περνώ που δεν θέλω τίποτα.
– Ενώ είστε μέσα στη δίνη μιας πολύ προβεβλημένης δουλειάς;
Όσο πιο προβεβλημένη είναι η δουλειά που κάνω, τόσο πιο πολλή ανάγκη έχω να μαζευτώ.
– Η πραγματικότητα γύρω μας μάς αναγκάζει να βγαίνουμε από το μικρόκοσμό μας; 
Όταν εγώ βγήκα στο δρόμο, αυτοί που έπρεπε να είναι εκεί δεν ήτανε. Έχω τεράστιο θυμό γι’ αυτό, ακόμα και τώρα.
– Το εύκολο είναι να βγάζουμε το θυμό στους πολιτικούς;
Εγώ τον βγάζω σε όλους μας. Και στον εαυτό μου και σε όλους. Τους πολιτικούς, ας μη γελιόμαστε, εμείς τους εκλέγουμε, με τη δική μας ψήφο υπάρχουν. Αυτή τη δύναμη την έχουμε ξεχάσει. Αυτοί ζούνε επειδή εμείς το θέλουμε. Και τελικά τι κάναμε; Αυτό που σας είπα πριν. Παραχωρήσαμε σε αυτούς δικαίωμα ζωής και θανάτου επάνω μας. Ενώ μόνο ο λαός το έχει αυτό το δικαίωμα.
– Είναι η Ελλάδα μια χώρα υπό κηδεμονία;
Και όχι μόνο η Ελλάδα. Θα συζητάμε και τα αυτονόητα; Βαριέμαι! Είμαστε σε κατάσταση σκλαβιάς, όχι υπό κηδεμονία, γιατί η κηδεμονία εμπεριέχει φροντίδα και ενδιαφέρον. Ακόμα και αν δεν είναι ορατό στους πάντες, εκεί οδηγούμαστε. Ένας άνθρωπος που διαθέτει ένα μέσο βαθμό ευφυΐας το αντιλαμβάνεται.
– Σημαίνει κάτι αν γίνουμε επιδραστικοί, αν επηρεάσουμε έστω και έναν άνθρωπο;
Εγώ εκεί ελπίζω, η μόνη μου ελπίδα είναι αυτή. Ο ένας με τον άλλο, μέσα από πολύ κοντινές επαφές μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Αρχίζοντας πρώτα από τον δικό μας. Μετά των παιδιών μας. Μετά των αδελφιών μας. Μετά του γείτονα, αν γίνεται. Πρέπει να ξεκινήσουμε απ’ την αρχή.
– Η τέχνη τι ρόλο μπορεί να παίξει σε όλο αυτό; 
Με απασχολεί πάρα πολύ αυτό που με ρωτάτε. Τι είπε ο Ντοστογέφσκι; «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Αν η τέχνη καταφέρει να είναι ομορφιά, μπορεί να σώσει τον κόσμο.
– Η συνάντηση με τη Χαρούλα είχε ομορφιά; 
Τη Χαρούλα τη λατρεύω και με συγκινεί βαθύτατα. Ενώ δεν μου αρέσουν οι συνεργασίες, νιώθω ότι με περιορίζουν, η Χαρούλα με συγκινεί. Λειτουργεί αρχετυπικά, έχει μια τέτοια δύναμη πάνω μου.
– Βλέποντάς σας μαζί είχα την αίσθηση ότι βγάζετε… 
Χαρά.
– Και γενναιοδωρία, θα έλεγα. 
Σεβασμό, κυρίως. Δεν είναι γενναιοδωρία.
– Το να δίνετε χώρο στον άλλο… 
Αυτό είναι αγάπη. Έτσι λειτουργεί η αγάπη.
– Εσείς γίνατε αποδέκτης αυτής της αγάπης στη δουλειά; 
Ναι, απ’ το Γιώργο Μαρίνο, τον Μητσιά, τον Αντώνη τον Καλογιάννη. Αυτοί οι άνθρωποι με αγάπησαν και με σεβάστηκαν. Κι εγώ τι ήμουνα; Ένα σκατό. Τότε ξεκίναγα.
– Ναι, αλλά κουβαλούσατε… 
Δεν έχει σημασία. Θα μπορούσαν να ήταν μίζεροι και τσιγκούνηδες, αλλά δεν ήτανε.
– Όταν ήρθε κοντά σας το «Μαμά Γερνάω» είχατε επίγνωση εκείνη τη στιγμή αυτού του δώρου; 
Αυτό το ζήτησα. Αυτό το τραγούδι είναι παραγγελιά δικιά μου στη Λίνα. Είχα μόλις χάσει τη μαμά μου. Και ενώ είχαμε πει με τα παιδιά πως θα κάνουμε ένα δίσκο, έτσι στο φλου, εγώ χάνω τη μάνα μου μέσα σε έξι μήνες. Όταν συναντηθήκαμε ξανά, τους είπα ότι δεν με ενδιαφέρει να κάνω κανένα δίσκο και λέω επί λέξει στη Λίνα «Θέλω να πω στη μάνα μου ό,τι δεν πρόλαβα να της πω όσο ζούσε». Και το ίδιο βράδυ η Λίνα έγραψε το «Μαμά Γερνάω».
– Από το «Μαμά Γερνάω» μέχρι τον Μιχάλη Δέλτα, αλλά και ό,τι κάνατε κατά καιρούς, φανερώνει ένα διαρκές ψάξιμο.
Σε όλες μου οι δουλειές -και στα «Τραγούδια του Παράξενου Κόσμου» του Γιώργου Ανδρέου ή στην «Προσωπογραφία» που είναι διαφορετικών δημιουργών- κάτι προσπαθώ να πω.
– Είστε σε μια φάση που ψάχνεστε τώρα; 
Τίποτα δεν ψάχνω. Κοιτάξτε, είμαι 62 χρονών. Θα ήταν ευλογία αν όλα αυτά που έχω στο κεφάλι μου κατάφερναν να γίνουν ομορφιά και να βγουν στον κόσμο, να γίνουν τέχνη. Αυτό μπορεί να συμβεί, μπορεί όμως και όχι. Δεν μπορείς να το προκαθορίσεις. Είναι και θέμα στιγμής, να πέσεις πάνω στον άνθρωπο που εκείνη την ώρα χρειάζεται ακριβώς εσένα. Είναι σαν τους έρωτες, πρέπει να πέσεις πάνω τους, δεν μπορείς να τους κυνηγήσεις. Γίνεται αγοραίο μετά.
– Οι έρωτες που μας φάγανε τα χρόνια; 
Που μας τα ομόρφυναν μάλλον τα χρόνια…
– Τι επιδιώξατε όλα αυτά τα χρόνια, κυρία Τσανακλίδου;
Αυτό που ήθελα πάντοτε, από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, ήταν να μη γράψω απλά σαν ποιητής ένα ποίημα, αλλά η ίδιά μου η ζωή να είναι ένα ποίημα.
– Τι είναι αυτό, αλήθεια, που αγαπάτε σε σας; 
Την εντιμότητά μου και την περηφάνια μου. Η οποία περηφάνια καμιά φορά είναι και ενοχλητική. Μπορεί να γίνει και αλαζονεία.
– Αυτό άγγιξε και τα προσωπικά σας; 
Μα ναι, δεν σας μιλάω για τη δουλειά. Άλλωστε, σας είπα, δεν τα ξεχωρίζω. Τι θα πει δουλειά, τι θα πει ζωή.
– Με το χρόνο πώς τα πάτε;
Πότε καλά, πότε χάλια. Ώρες-ώρες είναι πολύ οδυνηρό. Κατά καιρούς περνάω τεράστιες κρίσεις ηλικίας.
– Και σε αυτή τη φάση που συναντιόμαστε;
Υπάρχει μια πικρή αποδοχή…
– Όταν προβάλλετε τον εαυτό σας στο μέλλον, μεγάλη γυναίκα πια…
Θα είμαι σε έναν οίκο ευγηρίας. Αυτό είναι το πιο πιθανόν. Αρκεί να μπορώ να τον πληρώσω.
– Δεν σας στεναχωρεί; 
Όχι. Δεν θέλω να φορτώνω την ανημποριά μιας γριάς σε άλλους ανθρώπους, και να τους βαραίνω.
– Και οι φίλοι; Δεν είναι μια οικογένεια και αυτή
Θα έρχονται και θα με βλέπουνε. Γιατί να τους φορτωθώ; Γενικά, νομίζω πως στη ζωή μου δεν φορτώθηκα ποτέ σε κανέναν. Από μικρό παιδί, ακόμα και το χαρτζιλίκι μου το έβγαζα μόνη μου.
– Ποια μουσική ακούτε όταν είστε μόνη σας; 
Αυτό τον καιρό ξαναανακαλύπτω την μαγεία της κλασικής μουσικής και είναι μεγάλη παρηγοριά για μένα. Μη σας πω ότι είναι η μόνη μουσική που αποδέχομαι πια. Αυτό όμως είναι και λιγάκι της στιγμής…
«Τώρα που τελειώνουν οι συναυλίες τι θα κάνετε», τη ρώτησα, «επιστρέφω στο χωριό», μου απάντησε, και μετά μιλήσαμε λίγο ακόμα, για το χειμώνα που έρχεται και για μια νέα δουλειά που έχει στο μυαλό της. Είναι το «Μουσικό Κουτί 2», παλιά είχε ανεβάσει κάτι ανάλογο στη Θεσσαλονίκη με τον Τάκη Φαραζή, μια παράσταση για μια φωνή και ένα πιάνο, αυτό θέλει να επαναλάβει αλλά με καινούριο υλικό. «Τότε είχε φτιαχτεί για έναν έρωτα», μου λέει, δεν είπαμε καθόλου για έρωτες, σκέφτηκα, αλλά είχα κλείσει πια το μαγνητόφωνο και σαν να διάβασε τη σκέψη μου, είπε, «εγώ δεν τα ξεχώρισα ποτέ, έκανα δουλειές από έρωτα και ερωτεύτηκα μέσα από δουλειές». Να μια λογική εξήγηση, λοιπόν, γιατί αυτή η ιδιοσυγκρασιακή γυναίκα συνεχίζει να εκπέμπει το ίδιο πάθος τα τελευταία σαράντα χρόνια.

via

Comments

comments

About Απόστολος Καζάκος

Γράφω, ένα αδιάκοπο σβήσε-γράψε,τα έχω κάνει όλα χάλια και η ζωή γράφει ανορθόγραφα το όνομά μου. Μου έχουν πει ότι δεν καταλαβαίνουν αν μιλάω σοβαρά ή όχι στα επιτουργήματά μου, άρα χρειάζεται μια δεύτερη ανάγνωση πριν σου πετάξω : «εγώ στα έλεγα». Μισοάδειο ή μισογεμάτο το ποτήρι εμένα με ενδιαφέρει τι θέλεις να μου σερβίρεις. Η δυσανεξία μου στην βλακόζη και στις φίρμες είναι δεδομένη.
x

Check Also

To ωραιότερο κουτάβι του κόσμου (μετά από το δικό μας φυσικά)

Eίτε είναι μικρά κουτάβια είτε ενήλικα σκυλιά, τα πλάσματα αυτά είναι το ...

Πανέμορφες, μικρές πόλεις που πρέπει να επισκεφτείς!

11 ταξιδιωτικοί προορισμοί για ονειρεμένα ταξίδια! Διαλέξτε έναν τουλάχιστον για αυτό το ...