Home / LIFE / Αξημέρωτα Ξύπνησες Πάλι! Ίσως φταίει το προπολεμικό σου DNA! – Μαρία Μιχελάκη

Αξημέρωτα Ξύπνησες Πάλι! Ίσως φταίει το προπολεμικό σου DNA! – Μαρία Μιχελάκη

Μωριάς 1933

Η Μαριγώ άνοιξε τα μάτια της, αξημέρωτα ακόμα και πετάχτηκε από το κρεβάτι. Ήταν ορφανή από μάνα από τη γέννα της κι είχε να φροντίσει πατέρα και 2 αρσενικά αδέρφια, που δούλευαν ολημερίς στα χωράφια. Τύλιξε το σάλι γύρω από τη νυχτικιά της και έριξε ένα ακόμα κούτσουρο στην ξυλόσομπα. Η ζέστη της την ηρεμούσε, έβαλε το κατσαρόλι με το νερό να βράζει κι έριξε το φασκόμηλο μέσα «πόσο με βοήθησες αυγή, σαν να ’χα μάνα κι αδερφή» μουρμούρισε. Αν δεν σηκωνόταν τόσο πρωί τίποτε δε θα πρόφταινε. Είχε να ταΐσει τα ζωντανά, να ζυμώσει και να φουρνίσει φρέσκο ψωμί, να μαγειρέψει και να περπατήσει -12 χρονών παιδί- ξεκάλτσωτη κάμποσα χιλιόμετρα για να πάει φαγητό στους δικούς της. Έπειτα θα γυρνούσε πίσω, να αερίσει, να συγυρίσει το σπίτι και να πλύνει τα ασπρόρουχα που μούλιαζαν αποβραδίς.

Δεν την ένοιαζε ο δρόμος, μόνο που φοβόταν τα αγριόσκυλα που την κυνηγούσαν σαν την έβλεπαν γιατί τους μύριζε το φαγητό κι έτσι πεινασμένα που ήταν, την έπαιρναν στο κατόπι. Καμιά φορά τους πέταγε κανένα ξεροκόμματο μήπως και την αφήσουν ήσυχη κι άλλοτε πάλι πέτρες και ξύλα. Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε με τα στραβοπατημένα παπούτσια της μέχρι που της κοβόταν η αναπνοή και πονούσε στη σπλήνα. Τότε έκοβε το βήμα της κι έλεγε από μέσα της μια προσευχή μέχρι να ξεμακρύνει.

Εκείνο το απομεσήμερο είχε τελειώσει όλες της τις δουλειές κι είχε κάτσει αποκαμωμένη στο κελάρι σε μια γωνίτσα που την μοιραζόταν με το μούργο το γάτο της, ανάμεσα στα μάλλινα στρωσίδια κι ονειρευόταν πως θα’ταν να χε τη μάνα της! Να χε νιώσει την αγκαλιά της και τα χάδια της, κάποιος να την φρόντιζε όταν αρρώσταινε, κάποιος να την βοηθούσε με το νοικοκυριό, και αυτή να παίζει χαρούμενη με τα ζώα στην άκρη της αυλής. Κι ίσως να της έραβε κι ένα καινούριο φουστάνι και ένα πολύχρωμο μαντήλι, όπως κάνουν κι οι άλλες οι μανάδες στη γειτονιά…

Κοίταξε το βαρέλι με το δικό τους κρασί στο απέναντι ράφι, ήταν μεγάλο δρύινο, από τα αμπέλια τους, το φύλαγε ο πατέρας της για επίσημες περιστάσεις. Σηκώθηκε κι άνοιξε την κάνουλα έσταξε λίγο, κόκκινο ήταν και γλυκό. Γέμισε ένα ποτήρι, το κατέβασε μονορούφι, μετά κι άλλο, μέχρι που αποκοιμήθηκε κι είδε στον ύπνο της πώς όντως είχε μάνα και την βόηθαγε και την πρόσεχε και την έλεγαν Αυγούλα, απ’ το αυγή. Για τα επόμενα χρόνια της ξύπναγε αξημέρωτα και τα προλάβαινε όλα κι ήταν και χαρούμενη και κεφάτη και σιγομουρμούριζε: Πολύ με βοήθησες αυγή σαν να’ χα μάνα και αδερφή.

Τα χρόνια πέρασαν, δύσκολα χρόνια και σκληρά και της έμελε να ζήσει και τον πόλεμο να χάσει και τον κύρη και αδέρφια της, μα αυτή ήταν δυνατή και καπάτσα κι είχε σκληρύνει από τη ζωή. Βράχος, πέτρα η ψυχή της και αδαμάντινος ο χαρακτήρας της, δίκαιη μα και σκληρή. Τον Γιάννη τον γνώρισε άνοιξη, ένα καλοσυνάτο παλληκάρι με μικρό μουστάκι μια σταλιά, δυο δάχτυλα όλα κι όλα, παραλληλόγραμμο στο σχήμα, σαν του Τσάρλι Τσάπλιν. Αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν ένα πρωινό ήσυχα ήσυχα με το βαμβακερό της φουστανάκι και τα χοντροκομμένα της παπούτσια. Πήγαν και στο φωτογραφείο και έβγαλαν μαζί και μια αγέλαστη φωτογραφία, ο ένας δίπλα στον άλλον. Σοβαροί και καθώς πρέπει με τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω και μια μικρή μπουτονιέρα με αποξηραμένα λουλουδάκια στο πέτο.

Η Μαριγώ κι ο Γιάννης, ανέστησαν πολλά παιδιά και τριπλάσια εγγόνια, έζησαν αγαπημένοι και μονιασμένοι μέχρι το θάνατο. Αυτή ξυπνούσε πάντα αχάραγα κι έπινε το μεσημέρι λίγο κόκκινο κρασάκι…

Αθήνα 2018

Με βάφτισαν Μαρία σε ένα μοναστήρι στην Πελοπόννησο που χτίστηκε τον 11ο αιώνα. Το   όνομά μου το πήρα από τη γιαγιά μου και ξυπνάω πάντα πριν ξημερώσει, ότι ώρα και να κοιμηθώ το βράδυ, χωρίς ξυπνητήρι, ακόμα και τα σαββατοκύριακα! Λες και θα πάω για κυνήγι ή λες και με κυνηγούν. Από μικρό παιδί διαβάζω, μαγειρεύω, γράφω και δουλεύω καλύτερα το πρωί. Μόλις ξυπνήσω μαγειρεύω σε αντίθεση με το νορμάλ εργαζόμενο πληθυσμό που μαγειρεύει βράδυ, ετοιμάζω πρωινά, δεκατιανά, ρούχα κλπ. Κάνω επιμελώς τις νοικοκυρο-δουλειές μου και είμαι και χαρούμενη που τα προλαβαίνω όλα. Το μεσημέρι θα κοιμηθώ ευχαρίστως αφού έχω πιει ένα ποτηράκι κόκκινο κρασί αν και ο άντρας μου ο Γιάννης, μου σερβίρει πάντα λίγη από τη μπύρα του! Οποία σύμπτωσις!

Ελάτε τώρα βιολόγοι μου και γενετιστές και βγάλτε λίγη αδενίνη, χωρίστε μου την γουασίνη από την κυτοσίνη ταιριάξτε μου και τη θυμίνη και αναλύστε μου τις αλυσίδες του DNA και πείτε μου αν το γενετικό μου υλικό έχει κάτι από της γιαγιάς μου ή όλα είναι στη φαντασία μου…

Κατά τον Jung, όλοι οι άνθρωποι μπορούν να βρεθούν σε μια τέτοια ψυχική κατάσταση, που να μπορεί να συγχρονίσει γεγονότα, άτομα και καταστάσεις, χωρίς κανένα φανερό λόγο. Αυτό, κατά τη γνώμη του, οφείλεται σε μια βαθύτερη γνώση που κουβαλούν από τη γέννησή τους τα ανθρώπινα όντα, ανεξάρτητη από τη ζωή και την εμπειρία τους. Είναι ένα κοινό, για όλους τους ανθρώπους ψυχικό υπόστρωμα- το ονομάζει «συλλογικό ασυνείδητο»- που συναντιέται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου και σε όλους τους πολιτισμούς.Δεν ξέρω αν η συμπεριφορά ή κάποιες συνήθειες κληρονομούνται αλλά εγώ κατόπιν ωρίμου σκέψεως ανακοινώνω ότι δεν φταίω εγώ για το πρωινό μου ξύπνημα ούτε εσύ για τη δυσκολία σου να ξυπνήσεις. Απλά αυτό υπάρχει στα γονίδιά μας!

Καλημέρα σας !

Comments

comments

About Μαρία Μιχελάκη

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, είμαι Χημικός Μηχανικός, παντρεμένη με δύο παιδιά, μ'αρέσει το διάβασμα, τα ταξίδια, η καλή μουσική, οι συναυλίες, το κόκκινο κρασί,οι θετικοί άνθρωποι, τα δυνατά μέχρι δακρύων γέλια, μιλάω γρήγορα, είμαι αισιόδοξη κι ευσυγκίνητη. Γράφω από παιδί χωρίς να σκέφτομαι, για να εκφραστώ,ουσιαστικά το κείμενο γράφεται από μόνο του δεν μ' έχει ανάγκη!
x

Check Also

Ψυχοθεραπεία – Ταμπού, ανάγκη ή μόδα; – Μαρία Μιχελάκη

  Τι την χρειάζομαι την Ψυχοθεραπεία ; Να πω σε ξένο τα ...

Κι όμως υπάρχουν και ο Άγιος Βασίλης και οι ιπτάμενοι τάρανδοι! – Μαρία Μιχελάκη

Θα έρθει φέτος; Αν ήσουν καλό παιδί, φυσικά! Πώς τα προλαβαίνει; Είναι ...